Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2009

(Α)μανές των ημερών


Αμάν!... Σήμερον αναστέναξα

Τζ’ άνοιξεν μνήμαν τζ’ έφκην
σαράντα ημερών νεκρός.
Τζ’ είπεν τους: Γύρτε της νερόν
της γης τζ’ εν με χωνεύκει!

.

Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2009

Κουαρτέτο για μια χαμένη αξιοπρέπεια

Τα πτώματα των καιρών
γλύφουν ορδές πρωκτών
γέματα ευγνωμοσύνη
ζητούν ελεημοσύνη

Τα πτώματα των καιρών
φίλοι παλιών εχθρών
βιάζουν με μανία
την τσούλα κοινωνία

Τα πτώματα των καιρών
κατάλοιπα εποχών
αντί για θυμηδία
μου προκαλούν αηδία

Τα πτώματα των καιρών
με γλώσσα Ποιητών
επευφημούν την λήθη
- η μνήμη ανεβλήθη!

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2009

Να βλέπεις, αλλά να μην μπορείς να δεις

Μερικές φορές αισθάνομαι σα να ψάχνω μια διέξοδο, χωρίς να ξέρω από που θέλω να βγω. Ψάχνοντας ανακαλύπτω πως είναι κάτι φυλακές που εκτός από αόρατες είναι και ασυναίσθητες – ή μάλλον ανεπαίσθητες· τόσο ανεπαίσθητες, που μπορούν να υψώνουν τα τείχη τους χωρίς να σου κλείνουν τη θέα. Κι έτσι βλέπεις, αλλά δεν μπορείς να δεις. Αισθάνεσαι, αλλά δεν μπορείς να αισθανθείς. Χαίρεσαι, αλλά δεν μπορείς να χαρείς. Ζεις, αλλά δεν μπορείς να ζεις.

Τσιμπολογάς στιγμές χωρίς να χορταίνεις. Πεινάς, αλλά δεν ξέρεις τι ζητά η πείνα σου. Διψάς, αλλά δεν ξέρεις τι σβήνει τη δίψα σου. Τσιμπολογάς στιγμές εδώ και κει. Ψηλαφίζεις διεξόδους, εδώ και κει. Ανεβαίνεις στο στήθος σου. Σκαρφαλώνεις στο κεφάλι σου. Φτάνεις στο δέρμα σου. Σπρώχνεις να βγεις – μα δε γίνεται.

Βλέπεις τον κόσμο μέσα απ’ το δέρμα σου. Κι όσο κι αν κοιτάζεις, πάντα κάτι σε εμποδίζει να δεις.

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2009

Γίγνεσθαι

Μπορεί αυτό το ηφαίστειο
που αναταράζει το πέλαγος εντός σου
να δημιουργήσει ένα νησί
για να ξαποστάσουν όλες
οι ναυαγισμένες επιθυμίες σου

μπορεί όμως και να βαθύνει το χάσμα
και να φτάσεις πιο βαθιά
στο χθόνιο και μαύρο φως
στη σκοτεινή μέρα της δημιουργίας σου
- στο πιο κρυφό εγώ σου

Οι ώρες ετούτες, σκοτεινές
πεισματικά σε διεκδικούν
και επιμόνως σε ρωτούν:
για πόσο από σένα είσαι έτοιμος;
πόσο από σένα αντέχεις;

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2009

Γιατί υποστηρίζω τη «λύση»

Τα υπέρ και τα κατά της περιβόητης «λύσης» του κυπριακού που προωθεί και παλεύει η κυβέρνηση της νήσου, τα έχουν γράψει και περιγράψει ξανά και ξανά άλλοι, σοφότεροι, και πιο επιτήδειοι αναλυτές από μένα. Άλλωστε, αυτό είναι το αγαπημένο θέμα συζήτησης στο νησί, η δημοτικότητα του οποίου επισκιάζεται μόνο κατά την περίοδο της εθνικής ευφορίας και ομοψυχίας που παράγει η Eurovision. Εγώ εδώ να πω ευθύς εξ αρχής, κινδυνεύοντας να παρεξηγηθώ ξανά, από όσους διαβάζοντας, ακούν τις σκέψεις τους και όχι τις λέξεις του συγγραφέα, πως ειρηνική λύση σε ένα πρόβλημα που προκλήθηκε από μια στρατιωτική ήττα, δεν επιτεύχθηκε ποτέ στην ιστορία, και τίποτα δεν με πείθει πως αυτός ο κανόνας θα ανατραπεί στο άμεσο μέλλον. Οπότε, αν κάποιος θέλει να μιλάει και να σκέφτεται με τη γλώσσα της ειλικρίνειας, θα πρέπει, όπου βλέπει τη λέξη λύση, να διαβάζει τη λέξη συμβιβασμός.

Πιστεύω, πως αν η πολιτική ηγεσία του τόπου δεν έμενε εσαεί εγκλωβισμένη στην παρανοητική χρήση των λέξεων που παράγει η πολιτική (και κατ’ επέκταση αφομοιώνουν και αναμασούν οι πολίτες της) και είχε εξ αρχής βαφτίσει τη λύση συμβιβασμό, θα είχε ήδη κερδίσει τη μισή διαδρομή στις καρδιές, το μυαλό και το συναίσθημα των πολιτών της, που δεν θα ήταν υποχρεωμένοι να παλεύουν διαρκώς να ξεμπλέξουν αυτό το κουβάρι μιας έννοιας, που θέλει να παράγει διαφορετικές αντιλήψεις από αυτές που η λογική της επιβάλει. Γιατί τη λύση, με όσα επίθετα και αν τη στολίσει κανείς, όπως ευκταία, ικανοποιητική, ρεαλιστική κλπ, στο τέλος καταλήγει να παράγει την απολύτως προσωπική αντίληψη που έχει ο καθένας για την έννοια λύση. Έτσι λοιπόν, για τον ένα λύση είναι η απόλυτη επιστροφή στην προ 74 κατάσταση, για άλλον είναι η Ένωση, για άλλον η ΔΔΟ και όλα αυτά μαζί σε χιλιάδες, εκατοντάδες χιλιάδες παραλλαγές, τόσες, όσες οι ατομικότητες που κατοικούν στο νησί. Άντε εσύ μετά να βρεις την κοινή συνισταμένη της έννοιας λύση.

Άρα, σε αυτό το κείμενο θα προσπαθήσω να εξηγήσω γιατί υποστηρίζω όχι τη λύση, αλλά τον συμβιβασμό. Πρώτον, γιατί αυτή η τραγωδία πρέπει να οδηγηθεί στο τέλος της με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Και καλά είναι να γνωρίζουμε χωρίς αυταπάτες, πως το τέλος κάθε τραγωδίας είναι πάντα οδυνηρό. Και αυτό που συμβαίνει με αυτή, τη δική μας τραγωδία, είναι, πως επειδή οι πάντες γνωρίζουν πως θα έχει ένα, ούτως ή άλλως, οδυνηρό τέλος, σπρώχνουν το κλείσιμο της αυλαίας όσο πιο μακριά γίνεται. Αυτό κάνουν πάντα οι άνθρωποι – όλοι οι άνθρωποι – και αυτή η αναβλητικότητα γεννά τις νευρώσεις - ατομικές ή συλλογικές· εθνικές ή κοινωνικές. Έτσι λοιπόν, γίνεται ξεκάθαρο, πως το μεγάλο ζητούμενο για μένα, είναι να δοθεί ένα οριστικό τέλος, να πέσει η αυλαία του δράματος, για να μπορέσει ο τόπος να αρχίσει να περπατάει κανονικά προς τα μπρος, κι όχι σαν τον κάβουρα, προς τα πίσω. Να βρει επιτέλους τον βηματισμό του.

Φυσικά, αυτή η τοποθέτηση δεν εξηγεί γιατί στηρίζω αυτό τον συμβιβασμό και όχι μια από τις αμέτρητες παραλλαγές της «λύσης». Το ένα σκέλος αφορά την ταχύτητα (που για μένα, όπως άλλωστε συνάγεται από την παραπάνω τοποθέτηση μου, είναι ζωτικής σημασίας). Ο συμβιβασμός που παζαρεύεται αυτό το διάστημα, είναι το μόνο χαρτί που παίζεται αυτή τη στιγμή και επιπλέον, έχει το θετικό στοιχείο πως είναι η φυσική συνέχεια άλλης μιας προσπάθειας συμβιβασμού που απέτυχε, άρα υπάρχουν ξεκάθαρα δεδομένα, που αν ληφθούν σοβαρά υπόψη κι από τις δυο πλευρές, μπορούν να οδηγήσουν σύντομα σε ένα τελικό σχέδιο που δεν χρειάζεται μερικές ακόμα δεκαετίες συζητήσεων, ζυμώσεων και παλινωδιών για να καταλήγουμε διαρκώς εκεί από όπου ξεκινήσαμε.

Το δεύτερο σκέλος, που για μένα είναι το σημαντικότερο, αφορά την σταθερή πεποίθηση μου, πως μέσα στα πλαίσια της ΔΔΟ, το ελληνικό στοιχείο, η αίσθηση ελληνικότητας του Ε/κύπριου θα τονωθεί μέσα από τον υγιή ανταγωνισμό και την άμιλλα που θα προκληθεί, μέσα από την ειλικρινή και ειρηνική συμβίωση με την τουρκική κοινότητα, με αποτέλεσμα να μπει ένα τέλος σε αυτή τη θλιβερή κατάσταση, που τη χαρακτηρίζει η νεφελώδης αναζήτηση μιας «εθνικής» ταυτότητας. Ο Κύπριος επιτέλους, θα είναι ξεκάθαρα πολίτης ενός περήφανου και ενιαίου, νέου κράτους, που θα επιδιώκει, μέσα στα πλαίσια του κράτους του, της πατρίδας του – της ενιαίας και ολόκληρης πατρίδας του - να διαπρέπει ως Έλληνας. Περήφανος ως Έλληνας, και ακόμα πιο περήφανος ως Κύπριος.

Όπως άφησα ξεκάθαρα να εννοηθεί στο προηγούμενο σημείωμα μου, πιστεύω πως, ίσως από ένα καπρίτσιο των θεών, το οποίο έπρεπε να πληρώσει ακριβά το νησί, στην Κύπρο έλαχε το βαρύ (αλλά και όμορφο) φορτίο, να αναβιώσει εκείνες τις ωραίες εποχές, όπου η ελληνική ιδιαιτερότητα (που είναι η έμφυτη ανταγωνιστικότητα που έχει ο Έλληνας, κυρίως προς τους όμοιους του και η άμιλλα που γεννιούνταν από αυτή την ανταγωνιστικότητα), γέννησε εκείνες τις ωραίες και σπουδαίες στιγμές του ελληνισμού. Μια Κύπρος ενιαία, απελευθερωμένη πλέον από όλα τα βαρίδια της πρόσφατης ιστορίας της, θα οδηγήσει το ελληνικό της στοιχείο σε μια διαρκή εγρήγορση και σε έναν διαρκή (υγιή) ανταγωνισμό, τόσο προς τους Τούρκους εταίρους του, (που θα την φέρνει όλο και πιο κοντά στις ρίζες της και στο μεδούλι της υπόστασης της) όσο και προς τους Έλληνες αδελφούς και την Ελλάδα. Γιατί όπως ξέρουμε όλοι μας, θέλουμε πάντα να είμαστε καλύτεροι, αξιότεροι, ομορφότεροι, πιο επιτυχημένοι από τους γείτονες και συγγενείς μας, όχι από τους ξένους. Σημείο αναφοράς της ομορφιάς, της αξιοσύνης και της επιτυχίας μας είναι πάντα, πρώτα και κύρια, οι δικοί μας άνθρωποι.

Σημείο αναφοράς της ομορφιάς, της αξιοσύνης και της επιτυχίας της Κύπρου και των Ε/κυπρίων ήταν πάντα και θα είναι η Ελλάδα. Δεν χρειάζεται κανένα ιδιαίτερο, ψυχολογικό ταλέντο για να δει κανείς πως κάθε φορά που η Κύπρος πετυχαίνει, στρέφει το βλέμμα της προς την Ελλάδα, έτοιμη να ρουφήξει με βουλιμία τόσο τον θαυμασμό, όσο και τη ζήλια της αγαπημένης συγγενούς της.

Αυτός ο μικρός τόπος, έχει ήδη αποδείξει πως με τόσα ασήκωτα βάρη στην πλάτη του, μπορεί στους τομείς που του επιτρέπει η δύσκολη θέση στην οποία βρίσκεται (όπως π.χ. στην οικονομία) να θριαμβεύει. Ας βρει επιτέλους τον βηματισμό του, για να αρχίσει να θριαμβεύει και σε άλλα, πιο σημαντικά και ουσιώδη πεδία, όπως η Παιδεία, ο Πολιτισμός και οι Τέχνες. Ας του επιτρέψει επιτέλους αυτή η πουτάνα η Ιστορία να αναδείξει την ομορφιά και το βάθος του. Αν για να γίνει αυτό πρέπει να πληρώσει το τίμημα ενός ιστορικού συμβιβασμού, ας το πληρώσει. Έχει ήδη πληρώσει πιο ακριβά τιμήματα, κινδυνεύοντας πλέον να χάσει για πάντα τον πιο σπουδαίο παράγοντα της ύπαρξης του: την ψυχή του.

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

Να γελάς ή να κλαις


Πας να ζήσεις σε ένα νησί που, μέχρι τη στιγμή που αρχίζεις να ζεις εκεί, το θεωρείς ως άλλο ένα ελληνικό νησί με ιδιαιτερότητες και ανακαλύπτεις, άλλοτε με ευχάριστη και άλλοτε με δυσάρεστη έκπληξη, πως είναι μια άλλη χώρα, διαφορετική από τη δική σου. Σε μπερδεύει η γλώσσα που είναι ίδια, οι ελληνικές πινακίδες στους δρόμους, οι σειρές της τηλεόρασης που είναι οι ίδιες που έπαιζαν στην τηλεόραση της χώρας σου, αλλά κάθε μέρα ανακαλύπτεις το διαφορετικό. Στις συμπεριφορές, στον τρόπο σκέψης, στα φαγητά, στην σύγχρονη κουλτούρα...

Ζεις σε μια πρωτεύουσα που είναι σαφέστερα πιο ανθρώπινη από την πρωτεύουσα που ζούσες μέχρι τότε, αλλά ανακαλύπτεις έκπληκτος πως παρόλα αυτά, οι άνθρωποι είναι πολύ λιγότερο χαρούμενοι από τους ανθρώπους που ζουν στην απάνθρωπη πρωτεύουσα που άφησες. Στην κυριολεξία είναι σκυθρωποί, επιφυλακτικοί και τσιγκούνηδες στα συναισθήματα τους.

Με χαρά αντιμετωπίζεις οδηγούς οι οποίοι δεν τρέχουν, δεν κάνουν σφήνες, δεν βιάζονται γενικά και εκεί που λες «τι ωραία ρε παιδί μου, οδηγούν ανθρώπινα» ανακαλύπτεις με τον πιο δυσάρεστο τρόπο πως δεν οδηγούν ανθρώπινα, απλά δεν ξέρουν να οδηγούν. Κι έτσι, οδηγούν πιο επικίνδυνα από τους σαλταρισμένους οδηγούς της πόλης σου.

Ανοίγεσαι στους ανθρώπους της, όπως έχεις συνηθίσει να κάνεις και συναντάς την επιφύλαξη. Σκεφτικά βλέμματα, κουβέντες που αντανακλούν δεύτερες σκέψεις. Και ταμπέλες - αμέτρητες ταμπέλες και ταμπελοποίηση σκέψεων, απόψεων, συμπεριφορών. Μια έντονα διχασμένη και επαρχιώτικης νοοτροπίας κοινωνία, από την οποία σιγά – σιγά μαθαίνεις να κρύβεσαι, να απομακρύνεσαι, να απομονώνεσαι.

Ναι, είναι αλήθεια πως πριν έρθεις εδώ, αν και αριστερός, ποτέ δεν αμφισβήτησες το γεγονός πως αυτό το νησί είναι ελληνικό. Είχες αποδεχτεί βέβαια το γεγονός πως, λόγω των συγκυριών και των λαθών και λόγω χιλιάδων λόγων, ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΕ να είναι ελληνικό, αλλά αυτό δεν άλλαζε την ψυχολογία σου. Εδώ όμως έμαθες να κρατάς αυτό το αίσθημα για τον εαυτό σου, γιατί άλλοι θα σε αποκαλούσαν εθνικιστή και φασίστα και άλλοι θα ένιωθαν πως μειώνεις το αίσθημα της ανεξαρτησίας τους. Και αν αδιαφορείς για την ηλιθιότητα των πρώτων, δεν μπορείς να μη σεβαστείς το αίσθημα των δεύτερων. Άλλωστε, δεν έχει και τόση σημασία - αφού αποδέχεσαι την πραγματικότητα τι σημασία έχει το συναίσθημα; Σιωπάς.

Μπορεί να φταίει το ενοχικό σύνδρομο που κουβαλάει η γενιά σου, που δεν πρόλαβε να ρίξει τη χούντα πριν γίνει η προδοσία στο νησί, αλλά δεν μπορείς να αδιαφορήσεις για την επιφύλαξη, ή και την έντονη αντίδραση που συναντάς κάθε φορά που λες ναι, είμαι καλαμαράς, και κυρίως, δεν μπορείς να κατανοήσεις αυτόν τον βλακώδη και ιδιότυπο κρυφανθελληνισμό των πρώην συντρόφων σου, που θέλουν σώνει και καλά με αυτό τον βλακώδη τρόπο να απογαλακτιστούν από την πρώην μητέρα πατρίδα. Κι αμέσως μετά μπερδεύεσαι βλέποντας τον κόσμο να πανηγυρίζει αυθόρμητα στους δρόμους για κάθε νίκη της Ελλάδας και να πικραίνεται για κάθε ήττα της.

Και κει που πας να απογοητευτείς, έρχεται η στιγμή που είτε σου ανοίγονται εκείνοι αίροντας τις επιφυλάξεις τους, είτε ανοίγουν τα δικά σου μάτια και βλέπεις έναν κόσμο που είναι όμορφος, είναι ευγενικός, είναι ντόμπρος, είναι φιλικός, αλλά μάλλον φοβισμένος και γι αυτό άκρως συντηρητικός – όχι μόνο στη νοοτροπία του, αλλά και στην ψυχοσύνθεση του. Και καταλαβαίνεις γιατί. Γιατί κι εσύ αν είχες χάσει τη μισή σου πατρίδα, αν ένιωθες προδομένος και κυνηγημένος από φίλους και εχθρούς, έτσι θα ήσουν. Επιφυλακτικός, εσωστρεφής, σκεπτικός, πικραμένος και κυρίως συντηρητικός. Γιατί όταν ο άνθρωπος χάνει την πατρίδα του, χάνει μαζί και τον προσανατολισμό του και επιστρέφει εκεί που του επιβάλλει το ένστικτο του: στη συντήρηση.

Ξέρεις ήδη από τη μουσική της (την οποία λατρεύεις και θλίβεσαι που οι ντόπιοι περιφρονούν), ξέρεις ήδη από τη διάλεκτό της (που θαυμάζεις και θλίβεσαι που οι ντόπιοι αν και τη μιλούν δεν τη σέβονται), ξέρεις ήδη από τους ποιητάρηδες της ( που τους ακούς έκθαμβος και θλίβεσαι που οι ντόπιοι τους αντιμετωπίζουν σαν φολκλόρ)· ξέρεις πολύ καλά πως η Κύπρος στο μεδούλι της, είναι περισσότερο Ελλάδα από την Ελλάδα και θυμάσαι πως η Ελλάδα μεγαλούργησε μόνο όταν οι πόλεις της δημιουργούσαν ελεύθερες από μητροπολιτικά κέντρα - και ελπίζεις, αληθινά ελπίζεις αυτός ο τόπος να βρει γρήγορα τον βηματισμό του, πριν ξεχάσει ολότελα το παρελθόν του. Γιατί αν βρει έγκαιρα τον βηματισμό του, είμαι σίγουρος πως έχει όλες τις προϋποθέσεις για να μας καταπλήξει.

Και με αυτές τις σκέψεις, μια γελάς και μια κλαις. Τελικά, το έχει αυτό το νησί. Μια να σε κάνει να γελάς, μια να σε κάνει να κλαις...

Τετάρτη, 09 Δεκεμβρίου 2009

Αόρατη στους πολλούς

Σημειώσεις υπό το φως του κεριού σε μια μυστική μονή

Έπρεπε να το περιμένω πως εδώ πάνω δεν θα υπήρχε ρεύμα. Είναι νύχτα κι εγώ γράφω αυτές τις σημειώσεις υπό το φως ενός κεριού. Προσπαθώ να βάλω σε μια σειρά τις εντυπώσεις μου και να καταλαγιάσω λιγάκι τον θόρυβο της καρδιάς και του μυαλού μου. Η ατμόσφαιρα είναι κατανυκτική. Απόλυτο σκοτάδι και απόλυτη ησυχία τυλίγει αυτή την ιερή, απομακρυσμένη γωνιά του κόσμου. Από τα παράθυρα του μικρού ναού που φαίνεται έξω από τα παράθυρα του ξενώνα που μου παραχώρησαν οι μοναχές, τρεμοσβήνει το φως των καντηλιών, σκίζοντας το πυκνό σκοτάδι και δημιουργώντας μια, σχεδόν απόκοσμη εικόνα. Δεν ξέρω τι κρύβει, και αν κρύβει οτιδήποτε αυτό το μέρος, αλλά αυτή τη στιγμή νιώθω πως θα μπορούσα να μείνω εδώ για πάντα. Νιώθω πως θα μπορούσα να χαθώ για πάντα σε αυτή τη γωνιά του κόσμου, να αφεθώ να με καταπιεί το μυστήριό του και να σβήσω γαλήνια ανάμεσα σε αυτές τις πέτρες, σε αυτά τα δέντρα, στην ήρεμη και διακριτική παρουσία αυτών των σκιών με τα μαύρα ρούχα που διασχίζουν αμίλητες τους διαδρόμους, κατεβαίνουν τα σκαλιά, σκαλίζουν τον κήπο και προσεύχονται μέσα στην απόλυτη, κατανυκτική σιωπή. Μέχρι στιγμής, αν κρύβει κάτι αυτή η μονή, είναι μια μακρινή και ακατάληπτη ακόμα απάντηση σε ένα απροσδιόριστο, αλλά αγωνιώδες ερώτημα της καρδιάς μου.

Μια περίεργη ιδέα φυτρώνει σαν περικοκλάδα στο μυαλό μου. Την ονομάζω Μονές Φιλοσόφων. Σκέφτομαι μικρές πολιτείες, μικρές κοινότητες ανθρώπων, που θα ζουν εκτός κοινωνικών συμβάσεων - και όπως οι μοναχοί, εκτός τόπου και χρόνου. Θα μπορούν να ασχολούνται έτσι όχι με τον άνθρωπο και τις δημιουργίες του, αλλά με την ζωή και τη θέση του ανθρώπου σ’ αυτήν. Έχω κουραστεί να διαβάζω τους ανθρώπους να μιλούν για τον άνθρωπο. Η αλαζονεία του ανθρώπου με έχει υπερβολικά κουράσει. Και πιο πολύ απ’ όλα με έχει κουράσει ο ανθρωπισμός. Αυτός ο ιδιόρρυθμος ρατσισμός, αυτή η νοητική και συναισθηματική ανωμαλία που επιβάλλει σε, κατά τα άλλα, ‘ευαίσθητους και ηθικούς’ ανθρώπους, να αντιμετωπίζουν τον κόσμο και όλα όσα υπάρχουν σ’ αυτόν, σαν αντικείμενα, που μοναδικό σκοπό ύπαρξης έχουν να ευλογούν, να υπηρετούν και να δικαιώνουν τον άνθρωπο. Γι αυτούς τους ηλίθιους υπερόπτες, ο κόσμος υπάρχει μόνο για να δικαιώνει τον άνθρωπο και τις επιλογές του. Υπέρτατη αξία γι αυτούς, ακόμα και μοναδικός λόγος ύπαρξης του κόσμου, είναι ο άνθρωπος.

Ταπεινότητα. Αυτό είναι το συναίσθημα που κυριαρχεί εδώ πάνω. Αν για τις μοναχές αυτό το συναίσθημα έχει ως σημείο αναφοράς τον Θεό, το δικό μου έχει ως σημείο αναφοράς τον κόσμο. (Που στο τέλος - τέλος δεν διαφέρει και πολύ από τον Θεό.) Η ζωή μου έκανε μια υπερβολικά μεγάλη καμπύλη για να φτάσει ως εδώ. Λίγο καιρό πριν θα γελούσα με την ιδέα πως θα μπορούσα να νιώσω καλά δίπλα σε αυτούς τους φανατικούς του Θεού - πως, ακόμα περισσότερο, θα μπορούσα να τους νιώσω πιο κοντά μου, πιο συμπαθείς, από εκείνους τους φανατικούς του ανθρώπου και των σπουδαίων επιτευγμάτων του. Κι όμως, να που έφτασα ως εδώ - και να που δεν ντρέπομαι να το ομολογήσω!

Εκτός από το συναίσθημα της ταπεινότητας, υπάρχει και το συναίσθημα του έρωτα. Ένας έρωτας για τον κόσμο, έρωτας για την ζωή κυριαρχεί εδώ πάνω. Ακούγεται παράδοξο να βρίσκει κανείς τον έρωτα για την ζωή ανάμεσα σε ανθρώπους, που κατά την κρατούσα άποψη, έχουν παραιτηθεί από την ζωή. Είναι έτσι όμως; Η γαλήνη, η ηρεμία, η αποχή από την νεύρωση της επιτυχίας και της κοινωνικής καταξίωσης φέρνει εγγύτερα τον άνθρωπο στη ρίζα της ζωής που είναι η απόλαυση της κάθε στιγμής της. Δεν μου διαφεύγουν οι νευρώσεις της πίστης και της προσδοκίας μιας καλύτερης μετά θάνατο ζωής, αλλά αυτές οι νευρώσεις είναι σαν πονόδοντος μπροστά στη σχιζοφρένεια που διακατέχει τον σύγχρονο άνθρωπο. Επιπλέον, εγώ βιώνω αυτή τη γαλήνη και οραματίζομαι αυτό τον τρόπο ζωής, μακριά από τις κοινωνικές συμβάσεις, χωρίς τις νευρώσεις της πίστης και οποιασδήποτε άλλης προσδοκίας, πέρα από την κοινωνία του θείου δώρου της ζωής. Πρόκειται φυσικά για μια ζωή που μπορεί να δοθεί μόνο σε λίγους - όπως ήταν άλλωστε πάντα η ζωή...

Ναι, κατά ένα περίεργο τρόπο, η ουσία της ζωής είναι τόσο απλή, που είναι αόρατη στους πολλούς.

Πέμπτη, 03 Δεκεμβρίου 2009

Απόσπασμα

"...Είχα πράγματι ένα ταλέντο στο γράψιμο - δεν μπορούσα να το αμφισβητήσω αυτό. Οι λέξεις κυλούσαν εύκολα πάνω στο χαρτί, οι προτάσεις σχηματίζονταν χωρίς πίεση, οι σκέψεις ολοκληρώνονταν σχεδόν από μόνες τους. Έγραφα εύκολα. Δοκίμια, άρθρα, διηγήματα ακόμα και ποιήματα που είχαν μια σπάνια για την εποχή μας αξιοπρέπεια. Όμως δεν είχα τίποτα καινούργιο να πω. Έγραφα και μετά διάβαζα αυτά που είχα γράψει και παντού, σχεδόν σε κάθε λέξη, αναγνώριζα σκέψεις, ιδέες, εικασίες, που είχαν διατυπώσει άλλοι πριν από μένα. Ήταν μια χαρά όσο τα έγραφα για μένα γιατί με βοηθούσε να τα επεξεργαστώ και να τα κατανοήσω καλύτερα. Αλλά γιατί να τα δώσω να τα διαβάσουν άλλοι; Γιατί να διαβάσουν άλλη μια φορά πράγματα που είπαν ξανά και ξανά και μάλιστα με όλη την, σχεδόν ειλικρινή, ψευδαίσθηση πως τα λένε για πρώτη φορά, άλλοι πολύ πιο ταλαντούχοι κατεργάρηδες από μένα; Φυσικά μπορούσα να σκαρφιστώ ιστορίες. Ήταν τόσο εύκολο για μένα να γράψω έξυπνες ιστορίες. Αλλά είχε πράγματι ανάγκη ο κόσμος από άλλη μια έξυπνη, ή έξυπνα και τεχνικά άρτια, δοσμένη ιστορία; Αναρωτιόμουν ακόμα και αν είχε πράγματι ανάγκη πλέον ο κόσμος τη Λογοτεχνία.

Σήμερα που καταλαβαίνω πως αν χίλιοι άνθρωποι γράψουν για τα ίδια πράγματα, θα διαβάσουμε χίλιες διαφορετικές προσεγγίσεις σε ότι φαινομενικά φαίνεται ίδιο, έχει αλλάξει κάτι άραγε στη γνώμη μου για τη συγγραφή;

Να γράψω ένα βιβλίο! Τι χρειάζεται άραγε για να γράψει κανείς ένα βιβλίο; Μια ισχυρή δόση κυνισμού ίσως, για να αποφασίσει πως όσο οι άνθρωποι επιθυμούν να διαβάζουν καλό είναι να υπάρχουν άνθρωποι που γράφουν, έστω κι αν δεν έχουν τίποτα καινούργιο να πουν; Δεν ξέρω. Σκέφτομαι ωστόσο πως αν αποφάσιζα να γράψω ένα βιβλίο, θα ήθελα να είναι ένα βιβλίο γραμμένο από έναν άνθρωπο που έχει ξεχάσει πως είναι άνθρωπος και καταφέρνει να ρίξει μια θηριώδη εποπτική ματιά στον κόσμο, όπως έκαναν εκείνοι οι πρώτοι ποιητές που δεν είχε ακόμα δηλητηριαστεί η σκέψη τους από την ψυχολογία. Τους διαβάζεις και νιώθεις τόσο καθαρά πως δεν μιλούν για τον κόσμο από τη σκοπιά του ανθρώπου, πως έχουν καταφέρει να δουν τον κόσμο με τη ματιά ενός θεού.

Δεν είμαστε ικανοί εμείς για μια τέτοια θεώρηση. Δεν είμαστε ικανοί για μια τέτοια εποπτεία της ζωής. Η ματιά μας στον κόσμο έχει γίνει μικροσκοπική. Εποπτεύουμε τη ζωή μέσα από ένα τεράστιο Εγώ που μας κρύβει την θέα του κόσμου. Πίσω από κάθε λέξη μας, πίσω από κάθε έννοια που παράγουμε, φαίνεται τόσο έντονα η σκιά της ψυχολογίας μας, που αδυνατούμε, ακόμα κι όταν περιγράφουμε ένα ουδέτερο αντικείμενο να κρύψουμε την πρόθεσή μας να ορίσουμε τον κόσμο ως καθρέφτη της ψυχής μας.

Το Εγώ είναι ένας ζωντανός οργανισμός που όσο τρέφεται μεγαλώνει και γιγαντώνεται. Ο βουλιμικός σύγχρονος άνθρωπος έχει δημιουργήσει ένα παχύσαρκο τέρας που καταπίνει αχόρταγα τον κόσμο, εξαφανίζοντάς τον από το προσκήνιο. Το άλγος που προκαλεί η περιβόητη μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου, στην οποία αφιέρωσα λίγες σκέψεις παραπάνω, δεν είναι παρά η ανάγκη ενός όντος να βγει από την κοιλιά αυτού του τέρατος που το καταπνίγει και να ανασάνει λίγο από τον αέρα της ελευθερίας που φυσά μόνο στις ανοιχτές πεδιάδες του σύμπαντος, μακριά από τα ασφυκτικά, λαβυρινθώδη και δύσοσμα μονοπάτια του θηριώδους Εγώ.

Δεν είμαστε όμως εμείς ικανοί για τέτοιο άλμα. Κι αν κάποιος το επιχειρήσει, κι αν, ακόμα περισσότερο, κάποιος το επιτύχει και θελήσει να το περιγράψει και να το μοιραστεί, είναι σίγουρο πως θα λιθοβοληθεί. Τα διογκωμένα Εγώ αυτού του πλανήτη δεν αστειεύονται όταν διακυβεύεται η κυριαρχία τους!

Θέλω να είμαι λίγο προσεκτικός με αυτό το θέμα. Δεν είναι ένας νέος βουδισμός αυτό που διαπραγματεύομαι εδώ. Θέλω απλά να θυμηθούμε πως υπήρξαν κοινωνίες που εκπλήρωσαν το θαύμα της αρμονίας και δημιούργησαν έργα όπου το Εγώ δεν χάνεται στο απύθμενο του κόσμου κι ο κόσμος δεν εξαφανίζεται πίσω από την τυφλότητα του Εγώ. Σκέφτηκαν και δημιούργησαν μια πραγματικότητα, όπου δεν χρειαζόταν να σβήσει ο κόσμος για να αναδυθεί ο άνθρωπος.

Πώς κατάφεραν αλήθεια να εξηγήσουν λογικά τον κόσμο, αφήνοντας αρκετό χώρο να ανασάνουν, χωρίς να πνίγονται, οι δεισιδαιμονίες τους - δηλαδή η φαντασία τους; Πώς ισορρόπησαν μεταξύ λογικής και φαντασίας; Ήξεραν άραγε πως αυτός ο άγριος προβολέας που ονόμασαν λογική χρειάζονταν τα μαύρα γυαλιά της φαντασίας για να μην τυφλώσει τον άνθρωπο;

Αν έγραφα ένα βιβλίο, θα ήθελα να είναι ένα βιβλίο για τη ζωή, μια μεταφυσική γεμάτη από νεφελώδεις και αντιφατικές σκέψεις και ετυμηγορίες χωρίς πόρισμα. Να μπορούσα μόνο να ξεφύγω από την παγίδα των συμπερασμάτων. Να γλιτώσω από τον σύγχρονο ψυχαναγκασμό της μεθόδου. Έτσι όπως το σκέφτομαι, θα ήταν ίσως το πιο ειλικρινές σύγγραμμα, ό,τι πιο κοντά στην αλήθεια έγραψε ο σύγχρονος άνθρωπος. Αλλά ποιος μπορεί να γράψει κάτι τέτοιο; Και το κυριότερο, ποιος έχει ανάγκη ένα τέτοιο βιβλίο; Οι άνθρωποι αναζητούν βεβαιότητες, βαρύγδουπες ανακοινώσεις, διαρκείς ανακαλύψεις επιβεβαίωσης των όσων ήδη γνωρίζουν. Το πολύ να αποδεχτούν μια νέα ματιά στο από καιρό ιδωμένο Οι άνθρωποι δεν διαβάζουν βιβλία για να μάθουν, αλλά για να επιβεβαιώσουν όλα όσα γνωρίζουν. Αγαπούν τις έξυπνες επαναδιατυπώσεις. Νιώθουν όμορφα όταν κλείνοντας το βιβλίο μπορούν ευχαριστημένοι να πουν: «Τι ωραία που γράφει αυτά που θα ήθελα και δεν μπορούσα να πω εγώ!» Σαν το παιχνίδι ‘μαντεύω και διατυπώνω τις σκέψεις σου’ που παίζουμε με τη Δανάη. Να διηγηθείς με όμορφο τρόπο την μονοτονία της γνώσης, ώστε να την κάνεις να μοιάζει λιγότερο μονότονη, περισσότερο ενδιαφέρουσα. Να ζωγραφίσεις το Εγώ του ανθρώπου έτσι, ώστε να τον πείθει πως είναι ο κόσμος: Αυτή θα είναι μια μεγάλη προσφορά στον σύγχρονο αναγνώστη. Και φυσικά μια μεγάλη εκδοτική επιτυχία για σένα.

Να μην τα βάζω όμως με τον αναγνώστη. Ακόμα κι αν ήθελα να γράψω αυτό το βιβλίο, ακόμα κι αν είχα μάτια διψασμένα για τις λέξεις μου και μυαλά πεινασμένα για τις σκέψεις μου, δεν θα μπορούσα ποτέ να γράψω ένα τέτοιο βιβλίο. Η περιβόητη ελεύθερη βούληση του ανθρώπου είναι κενό γράμμα όταν πρέπει να αντιμετωπίσει τους αιώνες που καθόρισαν τον τρόπο σκέψης του - ή μάλλον τα επιτρεπτά πλαίσια μέσα στα οποία κινείται η σκέψη του. Κάποιος είπε κάποτε πως όλη η δυτική σκέψη δεν είναι παρά υποσημειώσεις στο έργο του Πλάτωνα. Υπερβολή λένε πολλοί. Κανείς όμως δεν αμφισβητεί την αλήθεια αυτής της άποψης - μετρούν απλά το μέγεθος της υπερβολής της. Τόσα θαυμαστά μυαλά, τόσοι υπέροχοι άνθρωποι, τόσες μεγάλες μορφές, υπέροχες πέννες, ζουμερές ιδιοφυΐες, εγκλωβισμένες στην ανελευθερία της γνώσης, φυλακισμένες εσαεί στη μοίρα και το πεπρωμένο της προκαθορισμένης σκέψης!

Τι περίεργος που είναι αλήθεια ο άνθρωπος! Ξέρει πέρα από κάθε αμφιβολία πως δεν υπάρχει αλήθεια που ζητά από εκείνον να ανακαλυφθεί, κι ωστόσο, αναζητά διαρκώς την αλήθεια. Ξέρει πως δεν υπάρχει νόημα που ζητά από εκείνον να διατυπωθεί, κι όμως δεν σταματά να αναζητά ένα νόημα και να προσπαθεί να το διατυπώσει. Ξέρει πως δεν υπάρχει πουθενά και για τίποτα ούτε αρχή ούτε τέλος και όμως δεν μπορεί να σταματήσει να ορίζει αυθαίρετα την αρχή και το τέλος των πραγμάτων. Ξέρει πως δεν υπάρχει βιβλίο που να μην έχει ξαναγραφεί κι όμως δεν παύει να γράφει και να διαβάζει βιβλία..."

Τετάρτη, 02 Δεκεμβρίου 2009

Η σοφία

Ο Δημήτριος – Μιμίκος Ζέφυρος, γιος του Αντώνιου και της Σμαραγδής, το γένος Ευνομίου, και παππούς του γράφοντος, ήταν ένας ανήσυχος νέος της εποχής, ως είθισται να λένε, όπου η εποχή προσδιορίζεται στο δεύτερο μισό του δέκατου ένατου αιώνα. Σε μια εποχή λοιπόν που όλοι οι νέοι της ηλικίας του είχαν το μυαλό τους στη σταδιοδρομία τους, ώστε να αποκατασταθούν και να δημιουργήσουν οικογένεια, εκείνος το είχε στα ταξίδια και την περιπέτεια. Είχε ραγίσει πολλές φορές την καρδιά του πατέρα του, γνωστού, επιτυχημένου εμπόρου παραθαλάσσιας πόλης της Μικράς Ασίας, με τα μποέμικα καμώματα του και την φιλοτεχνία του, αλλά στο τέλος ράγισε και την καρδιά της αγαπημένης του μητέρας, της όμορφης Σμαραγδής, μεγίστης χορηγού των Τεχνών και μετριοπαθούς θεράποντος της τέχνης της Ποίησης, που είχε δημοσιεύσει στις μέρες της μια αξιόλογη ποιητική συλλογή, με ανδρικό ψευδώνυμο και κρυφά από τον άντρα της, όταν μια νύχτα μάζεψε κρυφά τα μπογαλάκια του και επιβιβάστηκε σε ένα πλοίο, με προορισμό τον Νέο Κόσμο, παρέα με ένα στρατό μετανάστες που πήγαιναν να εργαστούν στα θηριώδη εργοστάσια μετάλλου στην Βηθλεέμ της Πενσυλβάνιας.

Σε ένα τετράδιο που βρέθηκε μέσα σε ένα παλιό μπαούλο, την εποχή που γκρεμίζαμε και ανακαινίζαμε το πατρικό μας, για να συμβαδίζει με τις αυξημένες ανάγκες στέγασης της πολυμελούς οικογένειας μας, που αυξάνονταν και πλήθαινε καθώς παντρεύονταν οι αδελφές μου, ο Δημήτριος-Μιμίκος Ζέφυρος, περιέγραφε με ζωντανό, μεστό και παραστατικό λόγο τις περιπέτειες του ταξιδιού εκείνου, στο οποίο κάποτε θα αναφερθώ εκτενώς. Αυτό όμως που τράβηξε περισσότερο την προσοχή μου και το οποίο έχω σκοπό να σας μεταφέρω εδώ, ήταν μια ιστορία που του διηγήθηκε μια γυναίκα ονομαζόμενη Ζεχράντ, που είχε βαπτιστεί και είχε λάβει το χριστιανικό όνομα Ευαγγελία και με αυτό το όνομα και μια νέο αποκτηθήσα ελληνική ιθαγένεια, διέσχιζε τον ατλαντικό σε ένα μακρινό και επίπονο ταξίδι προς τη γη της επαγγελίας. Όπως σημειώνει ο Δημήτριος, η συζήτηση έγινε κυρίως στα τούρκικα, μια και τα ελληνικά της Ευαγγελίας δεν ήταν και τόσο καλά, ωστόσο εκείνος κατέγραψε την ιστορία στα ελληνικά, είτε διότι για εκείνον ήταν μια γλώσσα που χειρίζονταν καλύτερα από τα τούρκικα, είτε διότι εκείνη την εποχή για τους ανθρώπους, (ειδικά για τους «γραμματιζούμενους», όπως τους έλεγαν), που κατοικούσαν σε εκείνες τις παράλιες περιοχές της Μικράς Ασίας, η ελληνική γλώσσα είχε μια... ιερότητα, αδιανόητη για μας σήμερα.

Στη γειτονιά της Ζεχράντ λοιπόν, γράφει ο Δημήτριος στο τετράδιο του, στον τούρκικο μαχαλά της πόλης, ζούσε ένας τυφλός Άραβας γέροντας, που οι φήμες έλεγαν πως βρέθηκε εκεί κυνηγημένος από μια κατάρα τόσο δυνατή, που όπου κι αν πήγαινε δεν μπορούσε να κρυφτεί απ’ αυτή. Τον είχε καταραστεί ένας ιερός ασκητής της ερήμου, τον οποίο πείραξε, αμφισβητώντας με ασεβή τρόπο την πίστη του, παρασυρμένος από την ομορφιά και την αλαζονεία, αλλά και την άγνοια της νιότης του: «Προς όποια κατεύθυνση κι αν ταξιδεύεις, του είχε πει, σε καταριέμαι να πέφτεις πάντα πάνω στα λάθη σου.» Από τότε, όπου και αν ταξίδεψε, σε όποια άκρη της γης κι αν βρέθηκε, κυνηγημένος από την κατάρα του μνησίκακου αγίου, έπεφτε διαρκώς πάνω στα λάθη του.

Κάποτε, ταξιδεύοντας κυνηγημένος από τα λάθη του, βρέθηκε στα μέρη εκείνα που ζούσε η Ζεχράντ και ο Δημήτριος, όπου εκείνη την εποχή ζούσε και μια τυφλή γερόντισσα τόσο σοφή, που τη διεκδικούσαν όλες οι εθνικές κοινότητες της περιοχής: οι Έλληνες, οι Τούρκοι, οι Αρμένηδες, οι Εβραίοι, με αποτέλεσμα να της δώσουν τόσα ονόματα, που στο τέλος ξεχάστηκε το πραγματικό της όνομα και έμεινε να την αποκαλούν «η Σοφία», σε όλες τις γλώσσες. Μια μέρα, καθώς κάθονταν στο καφενείο πίνοντας τον ναργιλέ του, τυλιγμένος καθώς ήταν αιώνια μέσα σε εκείνη την ομίχλη της θλίψης που κουβαλάνε μαζί τους όλοι οι μελαγχολικοί, διηγήθηκε την ιστορία του σε ένα γέροντα, που τον συμβούλεψε να πάει να βρει και να ζητήσει τη συμβουλή της Σοφίας. «Αν δεν μπορεί να σβήσει εκείνη από πάνω σου αυτή την κατάρα, κανείς δεν μπορεί», του είπε. Την άλλη μέρα κιόλας, ο περιπλανώμενος Άραβας πήγε στο σπίτι της Σοφίας, κρατώντας στα χέρια του για πεσκέσι, όπως τον συμβούλεψαν, ένα σακούλι αραβικό καφέ. Εκείνη άκουσε την ιστορία του και ρουφώντας με θόρυβο τον καφέ που της έφτιαξε, και πλαταγίζοντας με ευχαρίστηση τη γλώσσα της, του είπε πως για να γλιτώσει από την κατάρα έπρεπε να τυφλωθεί.

«Η κατάρα αυτή θα σβήσει μόνο όταν τυφλώσεις τα μάτια που ερμηνεύουν τον κόσμο» του είπε κατά λέξη.

Ο περιπλανώμενος Άραβας έφυγε από το σπίτι της Σοφίας ακόμα πιο θλιμμένος από πριν. Για μέρες και νύχτες τριγυρνούσε στους δρόμους, χαμένος στις σκέψεις του, συλλογιζόμενος διαρκώς το τίμημα που έπρεπε να πληρώσει για να απαλλαγεί από την κατάρα που τον έσπρωχνε διαρκώς στα λάθη του, ώσπου μια νύχτα πήρε την μεγάλη απόφαση και τυφλώθηκε. Τυφλός πλέον, αλλά γέματος ελπίδα και με ένα φωτεινό χαμόγελο τριγυρνούσε στους δρόμους, έμπαινε στα μαγαζιά και στα καφενεία και αντάμωνε ανθρώπους και τοπία που τώρα πια έβλεπε πιο καθαρά από πριν. Ωστόσο, παρόλο που βρήκε την ελπίδα και την αισιοδοξία του, συνέχισε, προς μεγάλη του απογοήτευση, να πέφτει πάνω στα λάθη του.

Απογοητευμένος ένα βράδυ γύρισε στο σπίτι της Σοφίας και της εξέφρασε το πικρό του παράπονο, που ενώ είχε υποστεί αυτή τη μεγάλη θυσία, και ενώ είχε βρει τη χαμένη του ελπίδα, συνέχιζε να πέφτει πάνω στα λάθη του. Εκείνη, ενώ στην αρχή αρνήθηκε να του μιλήσει χωρίς πεσκέσι, στο τέλος τον λυπήθηκε και του είπε:

«Συνεχίζεις να πέφτεις πάνω στα λάθη σου γιατί τύφλωσες τα μάτια που βλέπουν τον κόσμο, εκείνα όμως που τον ερμηνεύουν, δεν τα τύφλωσες.»

Τυφλός καθώς ήταν και βλέποντας πια τον κόσμο μέσα από τα σκοτάδια του, κατάφερε γρήγορα να τυφλώσει και τα μάτια του μυαλού του, διώχνοντας για πάντα την κατάρα από πάνω του. Έκτοτε, δεν ξανάπεσε πάνω στα λάθη του και έζησε ευτυχισμένος και γαλήνιος μέχρι τα βαθιά του γεράματα, με ένα καινούργιο όνομα που του έδωσαν οι κάτοικοι της περιοχής που έσπευσαν να τον διεκδικήσουν. Ευτυχισμένος ο γέρο Σοφός, απολάμβανε για λογαριασμό του τα πεσκέσια της Σοφίας και μοίραζε, μετά τον θάνατο της ευεργέτιδας του, τις πολύτιμες συμβουλές του στους δυστυχισμένους. Όπως κι εκείνη, έδινε πάντα αυτή τη μία και μοναδική συμβουλή στους τυφλούς, τους άρρωστους, τους ερωτευμένους και κυρίως τους απογοητευμένους, που τον επισκέπτονταν, εκλιπαρώντας την ελπίδα της σοφίας του, τυφλωμένοι από τον πόνο και τη θλίψη τους.

«Είμαι τόσο θλιμμένος που βλέπω παντού μόνο σκοτάδι γέροντα,» του έλεγαν.

«Τύφλωσε τα μάτια που ερμηνεύουν τον κόσμο και θα δεις το φως», τους έλεγε και ατένιζε γαλήνια τον κόσμο με τα τυφλά του μάτια.

Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Πρόσεχε τι εύχεσαι

Είμαι σίγουρος πως η εποχή που οι άντρες και οι γυναίκες θα σκέφτονται, θα αισθάνονται, θα λειτουργούν και θα αντιδρούν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, είναι πολύ κοντά. Το όνειρο των γυναικών θα γίνει πολύ σύντομα ο εφιάλτης τους. Ήδη, η ευκολία να κάνουν άντρες φίλους, αντισταθμίζει σε μεγάλη έκταση τη δυσκολία να βρουν άντρες για τον σκοπό που τους όρισε η φύση. Οι ίδιες γυναίκες που λατρεύουν τους άντρες φίλους τους και ούτε λίγο ούτε πολύ δηλώνουν πως θεωρούν τη φιλία των αντρών φίλων τους ανεκτίμητη, ζουν ταυτόχρονα τον εφιάλτη των ανύπαρκτων αντρών εραστών, συζύγων, γκόμενων – των αντρών, αντρών δηλαδή. Φαίνεται πως αυτοί οι «απολίτιστοι» παππούδες που μας λέγανε πως δεν μπορεί να έχει κανείς και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο, κάτι ήξεραν. Στη δική μας γλώσσα: κάθε νίκη μας, αντισταθμίζεται από μια ήττα. Με λίγα λόγια, για να κερδίσουμε κάτι, πρέπει αναγκαστικά κάτι να χάσουμε. Αυτή είναι η αναπόφευκτη δικαιοσύνη του σύμπαντος, από την οποία ουδείς μπόρεσε να ξεφύγει. Ηθικόν δίδαγμα; Αγαπητή μου φίλη, πρόσεχε τι εύχεσαι...

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

Θα σας τη χώσω Όλι Ρε(ν)

Τώρα δηλαδή φταίω εγώ και το παρανοϊκό μυαλό μου, που πιστεύω πως το μόνο κριτήριο επιλογής επιτρόπου οικονομίας σε αυτό το περίεργο μόρφωμα-χυλό, που ονομάζεται Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι αυτό του ονόματος; Είναι δηλαδή τυχαίο που από τον Αλ Μούν(ι)α μας πήγανε στον Θα-σας-τη-χώσω-Ολι-Ρε(ν); Και αυτή η αλλαγή από τον, «θα-σας-πηδήξουμε-γλυκά» συμβολισμό του αιδοίου, στον επιθετικό συμβολισμό του νέου, εμπνευσμένου αυτού ονόματος, δεν σηματοδοτεί και μια «σκλήρυνση», σεξουαλικού περιεχομένου, της στάσης των Βρυξελλών; Θέλω να πω, μόνο εγώ δηλαδή διαισθάνομαι πως πρέπει να έχουμε πρόχειρη την βαζελίνη για αυτές τις καινούργιες, πονηρές και μυστήριες μέρες που μας έρχονται εξ Εσπερίας;


Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2009

Η δικτατορία του Καλού

Μακροσκελής απάντηση σε μια σύντομη ερώτηση

Για να εξηγούμαστε: Δεν είμαι φιλάνθρωπος, φιλειρηνιστής, ούτε φιλόζωος. Δεν πιστεύω πλέον στα δικαιώματα των μειονοτήτων, των γυναικών, των ομοφυλόφιλων, των μαύρων, των κίτρινων, των μπλε, των κόκκινων, των παιδιών, των εργατών, των αγροτών, των καρέτα-καρέτα, των αρκούδων και των αδέσποτων σκυλιών. Δεν θέλω να βλέπω σαν φίλο τον εχθρό, ούτε και προσεύχομαι για τον παγκόσμιο αφοπλισμό. Δεν διεκδικώ τον επίγειο παράδεισο, όπου όλοι οι άνθρωποι, τα ζώα, τα πουλιά και τα ψάρια, θα ζουν ειρηνικά και αδελφωμένα.

Κι ο λόγος είναι απλός: Γνώρισα πια και είδα τι κάνει ο άνθρωπος μόλις αποφασίσει τι είναι Καλό και τι Κακό για την ανθρωπότητα, το ζωικό βασίλειο, τη γη και τον ουρανό: Αυτομάτως γίνεται δικτάτορας, εγκαθιδρύει την δικτατορία του Καλού και επιβάλλει την απόλυτη τρομοκρατία στην αντίθετη άποψη. Γιατί η αντίθετη άποψη, γνώμη ή στάση ζωής, δεν είναι πλέον απλά άλλη μια άποψη, σε μια, ούτως ή άλλως πολυδιάστατη πραγματικότητα (που θα μπορούσε και μπορεί, να προσθέτει στον πλούτο και την ποικιλία των βλεμμάτων του ανθρώπου στο ανεξιχνίαστο φαινόμενο της ζωής και του κόσμου), αλλά το Κακό σε όλη του την μεγαλοσύνη.

Εκτός αυτού δυσκολεύομαι πολύ να κλείσω τα μάτια μου στην πραγματικότητα και να μη δω πως ο κόσμος μας δεν φτιάχτηκε για να συμβαδίζει με τις πεποιθήσεις μας και να αλλάζει αυτόματα κάθε φορά που εμείς βλέπουμε στο όνειρο μας τον Παράδεισο. Ακόμα περισσότερο, αυτός ο κόσμος δεν φτιάχτηκε κατ’ εικόνα και ομοίωση των εμμονών μας. Υπήρχε πολύ πριν εμφανιστούμε εμείς και θα συνεχίσει να υπάρχει αιώνια μετά την εξαφάνιση μας.

Ο τρόπος πλέον που βλέπω τα πράγματα είναι απλός: Κάνε καλέ μου άνθρωπε αυτό που εσύ θεωρείς καλό και πάψε να ζητάς από τους άλλους να το κάνουν για σένα. Αγαπάς την ειρήνη; Ζήσε ειρηνικά. Αγαπάς τους μετανάστες; Πάρε καμπόσους στο σπίτι σου, στη δουλειά σου, παραχώρησε τους το εξοχικό σου και το δεύτερο αυτοκίνητο σου. Αγαπάς τα αδέσποτα; Μάζεψε τα στο σπίτι σου. Θέλεις έναν κόσμο πιο δίκαιο; Γίνε εσύ δίκαιος - κάνε το πρώτο βήμα παραχωρώντας, ας πούμε, τη θέση σου στη δουλειά σε μια γυναίκα, που την άξιζε μεν, αλλά τη δώσαν σε σένα δε, επειδή είσαι άντρας, παρόλο που είσαι μαλάκας. Με λίγα λόγια, μην είσαι υποκριτής.

Κι εδώ είναι το μεδούλι της εξήγησης μου. Δεν είμαι κανένα από όλα αυτά τα φίλο-κάτι που έχει εμπνευστεί ο άνθρωπος, γιατί δεν αντέχω πια αυτή τη δικτατορία της υποκρισίας.

Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2009

Κάτι τέτοια βράδια

(Το τραγουδάκι ακούγεται δίπλα, στο μουσικό κουτάκι...)

Κάτι τέτοια βράδια, νοσταλγικά και μαύρα χάνομαι
σε απέραντα λιβάδια, χωματερές του νου μου ψάχνομαι
δεν ξέρω τι ζητώ

Κάτι τέτοια βράδια, σε βαθιά πηγάδια πνίγομαι
στιγμές που ξεχειλίσαν, χάδια που μ’ αγγίξαν γίνομαι
παιδί και τραγουδώ

Ταραράμ Ταράμ Ταράραμ...

Κάτι τέτοια βράδια, σε πέλαγα μεγάλα βυθίζομαι
και σε ‘κάνα στιχάκι, σε κάνα τραγουδάκι στηρίζομαι
για να σωθώ

Κάτι τέτοια βράδια, μη μ’ αφήνεις μόνο αγάπη μου
μουσικές με πνίγουν, αισθήσεις ξεχειλίζουν στα πάθη μου
το ξέρω θα χαθώ

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

Αισθητική του ψεύδους

Όλες οι κραυγαλέες εκδηλώσεις ευαισθησίας
έχουν αγκάθια·
πολύχρωμα είναι τριαντάφυλλα
δηλητηριασμένα από την επιθυμία τους
να φαίνονται όμορφα

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009

Το τέλος του δρόμου


Σκίτσο: Αργύρης Μαυρέας

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2009

Το σημάδι II.

Δεύτερο (και τελευταίο) μέρος.

Πρώτοι έφτασαν έξω από την οικία του Αντωνίου Γέρου οι ευεργετηθέντες, κομίζοντας δώρα και ευχές και ευχαριστίες στην ευλογημένη από τον Θεό κόρη. Η άρνηση του αυστηρού επιστήμονα να αφήσει τους προληπτικούς και θρησκόληπτους συμπολίτες του να μπουν στην οικία για να ευχαριστήσουν και να προσκυνήσουν το δεκατριάχρονο κορίτσι, δεν τους πτόησε καθόλου: ο Θεός είχε μιλήσει. Είτε το δέχονταν ο Αντώνιος, είτε όχι, το θαύμα είχε συντελεστεί και κανένας δεν θα μπορούσε να επικαλεστεί ελαφρά τη καρδία το τυχαίο για να εξηγήσει τα όσα θαυμαστά έγιναν τις δυο προηγούμενες νύχτες. Άφησαν λοιπόν τα δώρα στην εξώθυρα, έφτιαξαν κι ένα πρόχειρο προσκυνητάρι και μέσα σε ελάχιστο διάστημα, ουρές κόσμου σχηματίζονταν έξω από την επιβλητική έπαυλη της οικογένειας Γέρου, αφήνοντας πότε ένα λουλούδι, πότε κάποια προσωπικά αντικείμενα του αναξιοπαθούντος, πότε ένα εικόνισμα, για να πάρει την ευλογία και πότε ανάβοντας ένα κεράκι στο πρόχειρο εικονοστάσι. Έλληνες, Τούρκοι, Αρμένιοι, Εβραίοι, ανάπηροι, ασθενείς, ματιασμένοι, ανύπαντρες, αρθριτικοί, ευλαβείς, αλλά και τυχοδιώκτες του Θείου και επαίτες των θαυμάτων – όλοι περνούσαν ή κατασκήνωναν ολημερίς εκεί, περιμένοντας άλλο ένα θαύμα, άλλη μια υπόσχεση, άλλη μια ελπίδα.

Δεν είναι πως δεν γίναν, ή δεν ακούστηκε να έγιναν κι άλλα θαύματα. Πολλοί μαρτύρησαν πως θεραπεύτηκαν οι ίδιοι, ή συγγενείς τους, ενώ ακόμα και η εικοσιεφτάχρονη μεγαλοκοπέλα Αναστασία, γόνος του γνωστού ασχημόσογου της πόλης, θυγατέρα του κακάσχημου τσαγκάρη Ευστάθιου Δωρίου και της αποκρουστικής γυναίκας του Ευαγγελίας, θηλυκή έκδοση του Κουασιμόδου η ίδια, είχε βρει επιτέλους έναν όμορφο και ευκατάστατο ζωντοχήρο με προβλήματα όρασης, που την νυμφεύθηκε μετά φανών και λαμπάδων, αφήνοντας άφωνη, σύσσωμη την μικρή κοινωνία της πόλης! Δεν είναι λοιπόν πως δεν έγιναν θαύματα, που θα στήριζαν πέραν πάσης αμφιβολίας τη θαυματουργή δύναμη που είχε το σημάδι της μικρής Αυγερινής. Αλλά από μια ιδιοτροπία των θεών, ή των δαιμόνων, για κάθε ένα καλό νέο που κυκλοφορούσε στην πόλη, ένα εξίσου μεγάλο ή μικρό κακό, έκανε αυτόματα την εμφάνιση του, διεκδικώντας για λογαριασμό του την αλήθεια, δοκιμάζοντας ταυτόχρονα την πίστη και τις αντοχές των ανθρώπων. Θα έλεγε κανείς, πως στο πανέμορφο πρόσωπο, στο κατάλευκο και πάναγνο μέτωπο της μικρής και άτυχης Αυγερινής, θεοί και δαίμονες είχαν κηρύξει τον δικό τους πόλεμο, επιλέγοντας ως πεδίο μαχών για την σύρραξή τους, την μικρή αυτή πόλη.

Οι πληγέντες και αδικημένοι άργησαν να εμφανιστούν. Τυλιγμένοι καθώς ήταν στον πόνο των πληγών και το πένθος τους, μοιρολογώντας και διερωτώμενοι για τα λάθη και τις αμαρτίες που πλήρωναν, είχαν κλειστεί στα σπίτια και τους εαυτούς τους και θρηνούσαν για το μαρτύριο τους, μακριά από τα πλήθη - και από τους γνωστούς και συγγενείς τους ακόμη. Όταν όμως έφτασε ο καιρός να εξωτερικεύσουν τον πόνο, και κυρίως να αποδιώξουν τις ενοχές τους, εμφανίστηκαν στο προσκήνιο με όλη τη βία, που όπως ξέρουμε πάντα κουβαλούν μέσα τους οι αδικημένοι, συμπαρασύροντας μαζί τους και όλους όσους είχαν λόγους να φοβούνται πως θα ήταν οι επόμενοι αμνοί στο θυσιαστήριο του κακού. Και αλίμονο, πόσοι αλήθεια είναι αυτοί που πιστεύουν πως είναι τόσο αγνοί και αναμάρτητοι ώστε να μη φοβούνται το Θείο, όταν αυτό χτυπάει, είτε με τη μορφή του Καλού, είτε με τη μορφή του Κακού, την πόρτα τους;

Πρώτοι εμφανίστηκαν οι συγγενείς και οι φίλοι των αδικηθέντων, που ο καθένας κουβαλούσε μέσα του και από μια ενοχή, έτοιμος να τη ρίξει στα μούτρα – ή ακόμα καλύτερα στο μέτωπο – αυτού του μικρού δαίμονα και των αμαρτούντων οπαδών και πιστών του, που είχαν το θράσος να ονομάζουν αγία αυτή την ενσάρκωση του κακού και τη μετενσάρκωση του εξαποδώ. Και ούρλιαξαν, και καταράστηκαν, και προπηλάκισαν, και ράπισαν τους πιστούς του σατανά, που με τη σειρά τους ανταπέδωσαν τα δέοντα, εν μέσω ιαχών, ύβρεων, θρησκευτικών ύμνων και λίθων που εκτοξεύονταν κι από τις δύο πλευρές και έπεφταν επί δικαίων και αδίκων. Και ακούστηκαν κατάρες σε όλες τις γλώσσες, και ύμνοι προς τον Θεό σε όλες τις γλώσσες, και γίναν εξορκισμοί σε όλες τις γλώσσες, και επικαλέστηκαν τον Κύριο σε όλες τις γλώσσες, και οι δύο πλευρές αποτάξανε τον Σατανά σε όλες τις γλώσσες, και προς στιγμήν, εθριάμβευσε το Κακό, εις το όνομα του Καλού, σε όλες τις γλώσσες.

Το πράγμα είχε ξεφύγει πια από κάθε έλεγχο. Καθημερινά πλέον, οι συγκρούσεις των πιστών και των δύο στρατοπέδων, που διαρκώς μεγάλωναν, όσο τα θαύματα και τα πλήγματα δεν έλεγαν να κοπάσουν, βάθαιναν το ρήγμα και έφτασε η στιγμή που ακόμα και μέσα στις ίδιες τις οικογένειες δημιουργούνταν έχθρες, κάνοντας συγγενείς να εχθρεύονται συγγενείς, και φίλους, να μισούν τους φίλους. Η διχόνοια είχε πια ρίξει το βαρύ της πέπλο στους δρόμους, τα σπίτια και τις γειτονιές της πόλης, και οι γείτονες, αντί για καλημέρα, εκτόξευαν πλέον κατάρες και συχνά σφαλιάρες ο ένας στον άλλο.

Κανείς όμως μέχρι σήμερα δεν μπορεί να πει με σιγουριά πότε και πώς αυτός ο πόλεμος μεταξύ Καλού και Κακού, μετατράπηκε σε εθνικό και θρησκευτικό πόλεμο, χωρίζοντας τον κόσμο σε δυο μεγάλα στρατόπεδα: τους Χριστιανούς και τους Αλλόθρησκους, όπου οι Έλληνες και οι Αρμένιοι, και κάποιες ακόμα μικρότερες εθνικές ομάδες, αντιπαρατάχθηκαν απέναντι στους Τούρκους και τους Εβραίους και κάποιες ακόμα μικρότερες εθνικές ομάδες. Αυτό πάντως που είναι σίγουρο, είναι πως από εκείνη την εποχή και μετά, αυτός ο πόλεμος, αυτή η αντιπαράθεση μεταξύ γειτόνων που άλλοτε ζούσαν μαζί ειρηνικά δεν λέει να κοπάσει. Κι αν εκείνη η αρχική αιτία, που ήταν το σημάδι της Αυγερινής, έχει πια ξεχαστεί, η ρήξη αυτή δημιούργησε στην πορεία νέες αιτίες, ισχυρότερες και ικανότερες να διατηρούν τη μνήμη των γεγονότων – των άλλων, μεταγενέστερων γεγονότων – ζωντανή.

Οι αρχές της πόλης, που μέχρι τότε έδειχναν μια, περίεργη, θα έλεγε κανείς, ανοχή, αποφάσισαν να παρέμβουν και να επιβάλουν με κάθε τρόπο την τάξη. Επενέβησαν και διάλυσαν τους συγκεντρωμένους, έκαναν συλλήψεις και μοίρασαν απειλές, κάλεσαν τους προύχοντες και τους αυτόκλητους ηγέτες των κινημάτων, ζήτησαν από τους επίσημους θρησκευτικούς και πολιτικούς ηγέτες των κοινοτήτων να παρέμβουν για να συνετίσουν τους παραφρονήσαντες υπηκόους – έκαναν τέλος πάντων ότι μπορεί να κάνει μια εξουσία, η οποία, όντας αποξενωμένη από τους πολίτες, αποδυναμωμένη και αφερέγγυα, κατέφυγε, όπως όλες οι αποδυναμωμένες και απαξιωμένες εξουσίες, στην βία, ρίχνοντας ακόμα περισσότερο λάδι στη φωτιά. Η κατάσταση πλέον οδηγούνταν ραγδαία σε τέτοιου μεγέθους αδιέξοδο, που η επόμενη κίνηση των αρχών του τόπου έμοιαζε να είναι μονόδρομος: Υπέδειξαν στην οικογένεια του Αντώνιου Γέρου, τον δρόμο της εξορίας και της προσφυγιάς.

Κι έτσι η μικρή Αυγερινή, έκτος από αγία και δαίμονας, έγινε και πρόδρομος, χαράσσοντας την πορεία του ξεριζωμού και της προσφυγιάς, που λίγα χρόνια αργότερα θα ακολουθούσαν στίφη ανθρώπων, διωγμένα από την ίδια εξουσία που τώρα, σε αγαστή συνεργασία με τους κατοίκους της μικρής πόλης - τους ίδιους αυτούς ανθρώπους που λίγα χρόνια αργότερα, κουρελήδες και ανέστιοι πλέον θα ακολουθήσουν το δρόμο που χάραζε τώρα για αυτούς η οικογένεια Αντωνίου Γέρου – οι ίδιοι λοιπόν αυτοί άνθρωποι, κουρασμένοι πια από αυτή την πάλη του Θεού και του δαίμονα, και τον διχασμό, έδειχναν, σε συνεργασία με τους μέλλοντες διώκτες τους την πόρτα της εξόδου, στην άτυχη Αυγερινή και την οικογένεια της.

Λένε οι αφηγητές της ιστορίας, πως μακριά πια απ’ τον τόπο της, η μικρή κοπέλα, έχασε εκείνη τη γαλάζια λάμψη και τα μάτια της πήραν το σκούρο μπλε του απύθμενου ωκεανού. Αφού περιπλανήθηκε από νησί σε νησί, μαζί με την οικογένεια της, η μικρή Αυγερινή έφτασε κάποτε σε ένα μεγάλο λιμάνι, στην καρδιά της πιο αφιλόξενης πατρίδας που γνώρισε ποτέ άνθρωπος, όπου κανείς δεν γνώριζε την ιστορία που είχε χωρίσει στα δυο εκείνον τον, άλλοτε ευλογημένο τόπο – τον τόπο της. Και φτάνοντας σε εκείνο το λιμάνι, έχουν να πουν όσοι διηγήθηκαν αυτή την ιστορία, πως έσβησε το άστρο από το μέτωπο της και χάθηκε για πάντα το σημάδι. Και μόνο εκείνοι που ξέρουν καλά, γνωρίζουν πως το σημάδι εκείνο δεν χάθηκε ποτέ, απλά κρύφτηκε φοβισμένο στην καρδιά του μικρού κοριτσιού και μόνο όσοι άντεξαν τον βαθύ σπαραγμό της και κοίταξαν ίσια σ’ εκείνα τα απύθμενα μάτια, μπορούν να μαρτυρήσουν πως το σημάδι ήταν εκεί, ολοζώντανο, μέσα σε εκείνο το βλέμμα, που ήταν το βλέμμα μιας ολόκληρης πατρίδας που σκίστηκε στα δυο, σαν την καρδιά της αθώας Αυγερινής, που γεννήθηκε σαν άστρο και έζησε σαν φεγγάρι, σβησμένο για πάντα, να διασχίζει έναν ξένο και αφιλόξενο ουρανό νοσταλγώντας αιώνια εκείνο τον ουρανό, που κάποτε φώτισε τ’ άστρο της.


Στην γιαγιά Αυγερινή, την γλυκύτερη παραμυθού της ζωής μου, κάθε λέξη μου.

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

Το σημάδι

Μέρος Πρώτο

Δεν ξέρω αν η ιστορία που θα σας διηγηθώ είναι αληθινή, ή δημιούργημα μιας, έτσι κι αλλιώς, εξακριβωμένα γόνιμης φαντασίας. Ο άνθρωπος, ή μάλλον η πολυαγαπημένη αυτή γυναίκα που μου τη διηγήθηκε, μου ορκίστηκε πως έτσι ακριβώς όπως θα σας τα διηγηθώ έγιναν τα πράγματα. Κι εγώ ποτέ μέχρι σήμερα δεν διανοήθηκα να αμφισβητήσω τους όρκους της γιαγιάς μου, που με τις ιστορίες της γέμισε όλη την παιδική μου ηλικία με λέξεις, ήχους και εικόνες, που αδιαλείπτως με συντροφεύουν σε όλη μου τη ζωή. Θα έβαζα το χέρι μου στη φωτιά για την αλήθεια των λόγων της αγαπημένης μου γιαγιάς, μα όσο μεγαλώνω, τόσο ετούτη η ιστορία με προκαλεί, βγάζοντας τη γλώσσα της σε όλα τα πιστεύω και τις πεποιθήσεις μου, στην λογική και την ορθολογική δομή του εγκεφάλου μου. Νομίζω πως μόνο όταν τη διηγηθώ και την μοιραστώ μαζί σας, μπορεί αυτή η αμφιβολία, για την αλήθεια ή μη των όρκων της γιαγιάς μου, να πάψει πια να με στοιχειώνει.

Σε μια μικρή, παραθαλάσσια πόλη της Μικράς Ασίας, στην δύση του δέκατου ένατου αιώνα, η δεκατριάχρονη Αυγερινή, θυγατέρα της Ιωσηφίνας και του Αντωνίου Γέρου, κτηματία και διακεκριμένου επιστήμονα της εποχής, ξύπνησε σημαδεμένη με ένα άστρο στο μέτωπο, που έμελλε να χωρίσει τους κατοίκους της περιοχής στα δυο: σε εκείνους που την καλωσόρισαν σαν ευλογημένη και σ’ εκείνους που την κατηγόρησαν για δαιμονισμένη. Για πολύ καιρό, και παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες της οικογένειας της να δώσει ένα τέλος σε αυτό το παραλήρημα που είχε καταλάβει τους κατοίκους της περιοχής, έξω από το σπίτι της, κατασκήνωναν πλήθη απεγνωσμένων ανθρώπων, Ελλήνων, Τούρκων, Αρμενίων, Εβραίων και άλλων, από όλες τις εθνικότητες που ζούσαν ειρηνικά στην περιοχή, πολύ πριν τα θλιβερά γεγονότα, που χώρισαν ανθρώπους, ξερίζωσαν οικογένειες και γέννησαν εκείνη τη σπαραξικάρδια έννοια της χαμένης πατρίδας, λάβουν χώρα στον ευλογημένο εκείνο τόπο, που έμελε να γίνει τόπος αβάσταχτης νοσταλγίας και ξεριζωμού για τους κατοίκους του. Και μαζί με τις στρατιές των απελπισμένων, που κατασκήνωναν με την ελπίδα ενός θαύματος, μαζεύονταν και οι στρατιές των εξαγριωμένων, που ζητούσαν να εκδιωχθεί ο δαίμονας από την περιοχή, για να βρει ξανά ο τόπος , την γαλήνη και την ευημερία του. Όπως ήδη αναφέραμε, ο κόσμος είχε χωριστεί στα δυο.

Πηγή και των δύο, εκ διαμέτρου αντίθετων αντιδράσεων, ήταν κάποια γεγονότα που συνέβησαν ταυτόχρονα, εκείνη τη νύχτα, πριν εμφανιστεί το άστρο στο ολόλευκο μέτωπο της άμοιρης Αυγερινής, ακριβώς πάνω από το τα καταγάλανα μάτια της, πλαισιωμένο από το λαμπερό φωτοστέφανο των κατάξανθων μαλλιών της, και επαναλήφθηκαν σχεδόν πανομοιότυπα, την επόμενη μέρα της εμφάνισης του.

Στις τρεις τα ξημερώματα εκείνης της πρώτης νύχτας, τέσσερις διαδοχικές κραυγές έσκισαν την πηχτή ησυχία της παραθαλάσσιας πόλης, κάνοντας τα νυχτοπούλια να φτερουγίσουν ξαφνιασμένα και τα παράθυρα των σπιτιών να ανοίξουν, για να φανούν τα αγουροξυπνημένα κι απορημένα πρόσωπα των κατοίκων που προσπαθούσαν μάταια να καταλάβουν από που έρχονταν αυτές οι κραυγές και τι τις προκάλεσε, ενώ σιγά-σιγά φάνηκαν και οι πρώτες φιγούρες στους κατασκότεινους δρόμους και στις προσόψεις των σπιτιών, που φωτίζονταν τώρα αμυδρά από τις λάμπες και τα κεριά που κρατούσαν όσοι έβγαιναν από το σπίτι, αναζητώντας την πηγή αυτών των τεσσάρων ανατριχιαστικών κραυγών που έσκισαν τόσο βάναυσα το βαθύ πέπλο της νυχτερινής ησυχίας της πόλης.

Πριν καλά-καλά χαράξει, όλη η πόλη βρίσκονταν στους δρόμους και συζητούσε έκπληκτη και σχεδόν αλαφιασμένη τα εξής γεγονότα: Στις τρεις ακριβώς της προηγούμενης νύχτας, η νεαρή κόρη της οικογένειας Μιχαλάκη, που είχε χάσει ξαφνικά το φως της και ήταν εντελώς τυφλή τα τελευταία τέσσερα χρόνια, ( μια περίπτωση που είχε συζητηθεί εκτενώς εκείνη την εποχή και κάποιοι είπαν μάλιστα πως τυφλώθηκε από τον έρωτά της για τον γιο του Τούρκου έμπορου εδώδιμων προϊόντων της περιοχής, που ξεσήκωσε θύελλα στο σπίτι της και τυφώνα στα σπίτια όλου του ελληνισμού της περιοχής – κάποιοι άλλοι μάλιστα, δεν δίστασαν καθόλου να πουν πως η αρρώστια που της στέρησε την όραση ήταν η τιμωρία της από τον Θεό που εξοργίστηκε από τον έρωτά της για έναν αλλόθρησκο), η όμορφη Ιωάννα Μιχαλάκη λοιπόν, εμφανίστηκε εκείνη τη νύχτα σαν φάντασμα πάνω από το προσκεφάλι της μάνας της και την σκούντησε λέγοντας της με τρεμάμενη φωνή, «μάνα, ξύπνα βλέπω!», κάνοντας την έρημη Στυλιανή Μιχαλάκη, που είχε χάσει πια την πίστη της στον Θεό και την ελπίδα πως θα μπορούσε κάποτε η κόρη της να ξαναβρεί το φως της, να τιναχτεί ουρλιάζοντας από το κρεβάτι της και να αρχίσει να σταυροκοπιέται και να προσεύχεται αλλοπαρμένη στο εικόνισμα της Παναγίας, γιατί εκείνη ακριβώς τη στιγμή είχε εμφανιστεί στον ύπνο της, ξανθομαλλούσα και γαλανομάτα η Παναγία, με ένα άστρο που έλαμπε στο μέτωπο της, πάνω από τα καταγάλανα μάτια της και πλαισιωμένο από το κατάξανθο φωτοστέφανο των μαλλιών της, είχε σταθεί δίπλα της και της είχε πει αυτή ακριβώς την κουβέντα: «Πήγαινε στην κόρη σου και πες της να κοιτάξει - και θα δει»!

Την ίδια ακριβώς ώρα – την ίδια στιγμή θα έλεγε κανείς! - στο σπίτι του Γεωργίου Αρχοντή, διακεκριμένου δικολάβου και γόνου μιας από τις παλαιότερες, πλουσιότερες και πλέον εξέχουσες οικογένειες της περιοχής, η γυναίκα του τινάζονταν ουρλιάζοντας από τον ύπνο της, σκιαγμένη από ένα κακό όνειρο που για κακή της τύχη μετατράπηκε σε εφιάλτη, ευθύς μόλις ξύπνησε: καθώς περπατούσε λέει δίπλα από τη θάλασσα, ένα κύμα έσκασε στην προκυμαία και την έβρεξε, ρίχνοντας πάνω της κάτι μικρά, γλοιώδη ζωύφια σαν βδέλλες, που αμέσως κόλλησαν σε όλο της το κορμί και άρχισαν να της πίνουν το αίμα, ενώ μπροστά της εμφανίστηκε ο εξαποδώ, με μορφή μικρού κοριτσιού, με το άστρο του Δαβίδ στο κατάλευκο μέτωπο του, πάνω ακριβώς από τα καταγάλανα μάτια του, πλαισιωμένο από τις φλόγες που έβγαιναν από τις μπούκλες των κατάξανθων μαλλιών του, και της είπε αυτή ακριβώς την κουβέντα: «Το κορμί σου θα φαγωθεί από όλους τους δαίμονες που καταράστηκες!». Ο καημένος ο σύζυγος της, που τινάχτηκε από τον βαθύ, ήρεμο ύπνο του τρομαγμένος από το φρικιαστικό ουρλιαχτό της συζύγου του, την είδε έντρομος να τρέμει όρθια, με σηκωμένο το νυχτικό της, μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη της κρεβατοκάμαρας τους, τυλιγμένη στο χλωμό φως του κεριού, το κορμί της γεμάτο από ανοιχτές πληγές που εκκρίναν ένα άσχημο, κίτρινο υγρό, πηχτό σαν γιαούρτι – σαν χαλασμένο, κίτρινο γιαούρτι.

Στο σπίτι του θεοσεβούμενου ράφτη και επιτρόπου του μεγάλου και επιβλητικού ιερού ναού του Αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστή, Ίωνα Ζέρβα, τα πράγματα ήταν ακόμα χειρότερα, καθώς η όμορφη και κατά πολύ νεότερη, σύζυγος του Γεωργία, το γένος Κάραλη, ξύπνησε ουρλιάζοντας από ένα άσχημο όνειρο και ένα σφάχτη στο πίσω μέρος του κορμιού της, για να ανακαλύψει πως είχε βγάλει ένα άσχημο σπυρί στον πρωκτό της, τόσο μεγάλο, σαν να φύτρωσε ένα τρίτο κωλομέρι στον πισινό της, ενώ ακόμα προσπαθούσε να βγάλει από το μυαλό της αυτό το όνειρο με τον κατάξανθο εξαποδώ, με τα καταγάλανα μάτια και το αστέρι του σατανά στο κατάλευκο μέτωπο του, πλαισιωμένο από τις φλόγες που έβγαιναν από τις μπούκλες των κατάξανθων μαλλιών του, να της λέει αυτή ακριβώς την κουβέντα: «Από πίσω σου θα μπει ο θάνατος!» Λίγες μέρες αργότερα, ο καημένος ο ράφτης κήδευε την όμορφη και πολυαγαπημένη του γυναίκα, μέσα σε χαμηλόφωνους ψιθύρους και πικρόχολα σχόλια, που συνδέαν αναίσχυντα τον τρόπο που πέθανε η άμοιρη, νεαρή και όμορφη γυναίκα, με τις ερωτικές της προτιμήσεις, γνωστές άλλωστε, σε όλους τους ωραίους, νέους ερωτιδείς, της παραθαλάσσιας πόλης.

Κι ενώ ο απεσταλμένος του εξαποδώ έκανε την εμφάνιση του στα όνειρα των γυναικών των οικογενειών Αρχοντή και Ζέρβα, κι η Παναγία στον ύπνο της Στυλιανής Μιχαλάκη, ο άγγελος εμφανίστηκε στο όνειρο του φτωχού Αρμένη ιερέα Ισίδωρου Κανιτζιάν, με το άστρο της Βηθλεέμ στο μέτωπο του, πάνω από τα καταγάλανα μάτια του και πλαισιωμένο από το φωτοστέφανο των κατάξανθων μαλλιών του και του είπε γλυκά στο αυτί, αυτήν ακριβώς την κουβέντα: «Ξύπνα, ξύπνα Ισίδωρε, ο Θεός σε συγχώρησε!» Αλαφιασμένος ο ιερέας ξύπνησε τη γυναίκα του και τρέξανε στο δωμάτιο του παραπληγικού, εικοσάχρονου γιου τους, για να τον αντικρίσουν εμβρόντητοι μπροστά στο εικόνισμα του Αγίου Στεφάνου να προσεύχεται μέσα σε ένα ποτάμι από δάκρυα ευτυχίας που κυλούσε ήρεμο πλάι του. Μπροστά σε αυτή την εικόνα, η καημένη η παπαδιά έβγαλε μια κραυγή, που βγήκε βίαια από το παράθυρο κι έσμιξε με τις άλλες τρεις κραυγές, σκίζοντας στα τέσσερα τη νύχτα, και λιποθύμησε, ενώ ο ιερέας ορμούσε στην αγκαλιά του μοναχογιού του δακρύζοντας, ευχαριστώντας και ευλογώντας τον Κύριο.

Ενώ λοιπόν η μικρή παραθαλάσσια πόλη διάνυε μέσα από τους ψιθύρους, τους αναστεναγμούς και την έκπληξη αυτή την περίεργη από κάθε άποψη μέρα, σχολιάζοντας τα πρωτάκουστα γεγονότα της νύχτας, μια καινούρια, πρωτάκουστη είδηση έκανε δειλά την εμφάνιση της στους δρόμους, τα καφενεία, τους τεκέδες, τα καλντερίμια, τα σαλόνια, τις αυλές, τα καταστήματα και τις μικρές πλατείες της· μια είδηση που ξεκίνησε σαν απαλό αεράκι που σηκώθηκε στους δρόμους της, ανεμίζοντας απαλά τα απλωμένα σεντόνια και τις φούστες των ανέμελων κοριτσιών και γρήγορα έγινε τυφώνας που σάρωσε όλη την πόλη: Η θυγατέρα της Ιωσηφίνας και του Αντωνίου Γέρου, η πανέμορφη δεκατριάχρονη Αυγερινή, με τα θαυματουργά δάκτυλα που άγγιζαν τα πλήκτρα του πιάνου και ξύπναγαν όλους τους παλιούς θεούς και δαίμονες, που χόρευαν εκστασιασμένοι πάνω στις αρμονικές και πολύχρωμες από τα έντονα συναισθήματα νότες της, είχε ξυπνήσει λέει σημαδεμένη, με ένα άστρο στο κατάλευκο μέτωπο της, πάνω από τα καταγάλανα μάτια της, πλαισιωμένο από το φωτοστέφανο των κατάξανθων μαλλιών της!

Εκείνο το βράδυ, ευχάριστα αναστατωμένοι και σχεδόν χαρούμενοι από τα γεγονότα, που έδιωξαν σαν σύννεφο την πλήξη από την πόλη τους, οι άνθρωποι άργησαν να σβήσουν τα κεριά και τις λάμπες τους, να κλείσουν τις πόρτες και τα παράθυρα και να παραδοθούν εξουθενωμένοι από την ένταση των εκπλήξεων και των συναισθημάτων τους, χαμογελώντας και ευλογώντας τον Κύριο, στον μακάριο ύπνο τους. Έναν ύπνο που δεν έμελε να κρατήσει πολύ, αφού διακόπηκε και πάλι βάναυσα από τέσσερις κραυγές που έσκισαν άλλη μια φορά το πέπλο της νύχτας και τους έβγαλαν και πάλι στις πόρτες, τα παράθυρα και τους δρόμους, πιο αναστατωμένους, πιο τρομαγμένους, πιο άφωνους από την πρώτη φορά. Κι εκείνη τη νύχτα, η ιστορία επαναλήφθηκε άλλες τέσσερις φορές, και το Καλό και το Κακό, πότε μεταμφιεσμένα σε άγγελο και πότε σε δαίμονα, σημαδεμένα και τα δυο από το ίδιο άστρο στο μέτωπο, χτύπησαν άλλα δύο ελληνικά και δυο εβραϊκά σπίτια.

Αυτή τη φορά όμως, η έκπληξη και η χαρμόσυνη αναστάτωση της πρώτης νύχτας, έδωσαν τη θέση τους στον Φόβο: στον ευσεβή φόβο του Καλού και στον απεχθή και τρομακτικό φόβο του Κακού. Και ο κόσμος χωρίστηκε βίαια, σε δυο αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Σε εκείνους που έβλεπαν πίσω από τα γεγονότα τον Θεό και τα θαύματα του και σ’ εκείνους που έβλεπαν τον Σατανά και τα ανοσιουργήματα του. Και τα δυο στρατόπεδα ήταν εξίσου τρομαγμένα από την εμφάνιση τόσο του Θείου, όσο και του Απεχθούς. Και ο φόβος τους έγινε κύμα και τους έπνιγε· και τότε στράφηκαν, αναζητώντας μια σανίδα σωτηρίας και ένα πρόσωπο να κατευθύνουν την οργή ή την ευλάβεια που τους προκαλούσε ο Φόβος, στην μικρή Αυγερινή· άλλοι γονατίζοντας ευλαβικά μπροστά στο σημάδι του Θεού, κι άλλοι αποστρέφοντας το πρόσωπο τους και λοιδορώντας τον δαίμονα.

Σημείωση: Το Δεύτερο και τελευταίο μέρος θα δημοσιευτεί τις επόμενες μέρες

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009

«Έρχεται μπόρα και παγωνιά»*

Είναι όμορφα εδώ αγάπη μου
μη κοιτάς τον σκάρτο κόσμο, σε παρακαλώ!
Μη μου θυμώνεις που μ’ αρέσει
το ζεστό ψωμί και η ελίτσα
η ντομάτα απ’ τον μπαξέ του κήπου σου
και η φέτα που μας έστειλαν απ’ το χωριό

Είναι όμορφα εδώ αγάπη μου
μη κοιτάς τον σκάρτο κόσμο, σε παρακαλώ!
Μη μου θυμώνεις που μ’ αρέσει
η ζεστή γωνιά στο τζάκι μας
οι φλόγες στο κρυστάλλινο ποτήρι
η κουβέρτα που τυλίγει τα πόδια σου
και το χέρι σου μέσα στο χέρι μου

Είναι όμορφα εδώ αγάπη μου
μη κοιτάς τον σκάρτο κόσμο, σε παρακαλώ!
Μη μου θυμώνεις που μ’ αρέσει
να περιμένουμε τα παιδιά μας
να γυρίσουν σ’ ένα σπίτι που τα αγαπάει
με το πιάτο τους σκεπασμένο και ζεστό
με την καρό πετσέτα στο τραπέζι μας

Είναι όμορφη η στιγμή αγάπη μου
μη κοιτάς τον σκάρτο κόσμο, σε παρακαλώ!
Το νηστικό παιδί, ο πεταμένος γέρος,
οι μεγάλες στρατιές των ανέργων,
οι ακρωτηριασμένοι των πολέμων,
οι παγωμένοι άστεγοι, οι κακοποιημένες γυναίκες,
οι πρόσφυγες, οι οικονομικοί μετανάστες...

Κλείσε τις κουρτίνες και μην ανοίγεις
την πόρτα της καρδιάς σου αγάπη μου.
Σαν μπούνε μέσα οι κολασμένοι
δεν μπορούνε πια να ξαναβγούν!

Είναι όμορφα εδώ αγάπη μου!


* Στίχος του Δ. Σαββόπουλου

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

Για δυο μάτια πλάνα

Μετά από όλα αυτά τα χρόνια, που ζούσα κλεισμένος σε γυάλινα και ιλουστρασιόν γραφεία, η επαφή μου με τη σκόνη του ξυλουργείου ήταν σχεδόν ιαματική. Το ίδιο και οι πόνοι στους μυς από την χειρωνακτική εργασία και ο ιδρώτας που έτρεχε ποτάμι στο σώμα μου – το σώμα μου, που το ένιωθα πονεμένο, άρα ζωντανό, παρών και υπαρκτό, να δηλώνει την παρουσία του σε κάθε μου κίνηση! Η απόφασή μου να παρατήσω τα πάντα στην πόλη και να ζήσω σε αυτό το χωριό, κάνοντας για πρώτη φορά στη ζωή μου μια χειρωνακτική εργασία, ήταν ίσως η πιο σοφή απόφαση που είχα πάρει μέχρι τα τριάντα μου.

Δεν ήταν μόνο η σκληρή, για το άμαθο σώμα μου, δουλειά που μου άρεσε. Ήταν και η δημιουργία. Η επαφή με το ξύλο και η σταδιακή μεταμόρφωσή του από τάβλες και καδρόνια σε πόρτες, παράθυρα, ντουλάπια, καθίσματα, τραπέζια... Αναριγούσα τη στιγμή που το ξύλο άφηνε τις αντιστάσεις του και μου παραδίνονταν, καθώς μεταμορφώνονταν από σκληρό, σε εύπλαστο υλικό, κι όταν αυτή η ακατέργαστη πρώτη ύλη μετασχηματίζονταν αίφνης σε πόρτα, παράθυρο, τραπέζι, ένιωθα αυτή τη συγκλονιστική χαρά του δημιουργού μπροστά στο δημιούργημά του, να διαπερνά κάθε μόριο του σώματός μου.

Όταν οι ώρες στο ξυλουργείο κινδύνευαν να γίνουν βαρετές από την επανάληψη, έρχονταν η ώρα της οικοδομής και της επαφής με τις, συνήθως νέες και όμορφες χωριάτισσες, που γοητεύονταν από αυτό το περίεργο πλάσμα με τους ευγενικούς τρόπους που δεν προσομοίαζαν καθόλου με τρόπους μαραγκού και το χυδαίο βλέμμα που θύμιζε λιμενεργάτη· που μιλούσε σα δάσκαλος και ενεργούσε σαν διάολος, και άνοιγαν υπνωτισμένες την πόρτα της κρεβατοκάμαρας τους και τις εισόδους του κορμιού τους και παραδίδονταν στην αμαρτία και την αναίσχυντη μοιχεία χωρίς πολλές σκέψεις και χωρίς ενοχή καμία.

Τα βράδια διέσχιζα ολομόναχος το έρημο χωριό. Προχωρούσα κατά μήκος της παραλίας, περνώντας από την πλατεία, απέναντι από την προκυμαία, χωρίς να συναντήσω ψυχή. Η ερημιά τους χειμωνιάτικους μήνες ήταν τόσο μεγάλη, που μπορούσες να βγεις γυμνός και να διασχίσεις όλο το χωριό χωρίς να κινδυνεύεις να σε δει κανείς! Η μοναξιά, η χειμωνιάτικη μοναξιά, αυτού του πανέμορφου παραθαλάσσιου χωριού ήταν δαιμονικά μαγευτική. Και η ψυχή μου την ρουφούσε καθημερινά και δροσίζονταν και εξαγνίζονταν, αφαιρώντας αργά και ηδονικά από πάνω της την πολύβουη ανθρωπίλα που στάλαξαν μέσα της οι πόλεις που έζησα όλα αυτά τα χρόνια.

Για να πάω στο ξυλουργείο, οδηγούσα ως τη γειτονική κωμόπολη. Μια άσχημη και θλιβερή κωμόπολη, όπως οι περισσότερες κωμοπόλεις της ελληνικής επικράτειας, που μετά από ένα καταστροφικό σεισμό, που κατέστρεψε ότι παλιό και όμορφο υπήρχε, είχε ξαναχτιστεί από την αρχή κι έγινε έτσι ο καθρέφτης της πιο άσχημης, νεοχωριάτικης εικόνας, του πιο χυδαίου νεοπλουτισμού που γνώρισε ο σύγχρονος ελληνικός κόσμος.

Απέναντι από το ξυλουργείο, ήταν ένα παλιό τσιπουράδικο. Εκεί τρώγαμε τα μεσημέρια όταν δεν ήμασταν στην οικοδομή. Το μενού ήταν φρέσκα ψάρια τηγανητά και δυο, τρία πιάτα μαγειρευτά, με σταθερή τη φασολάδα καθ’ όλη τη διάρκεια του χειμώνα. Τα φαγητά τα μαγείρευε η γυναίκα του ιδιοκτήτη, η κυρία Ερμιόνη, μια άγια γυναίκα, άξια μαγείρισσα και ασυναγώνιστη στο τηγάνισμα των ψαριών. Το σερβίρισμα το έκανε η Μαριέτα, μια όμορφη, νεαρή Ρουμάνα, με μεγάλα, χυμώδη χείλια, χυδαία αύρα και πράσινα, παιχνιδιάρικα μάτια. Αυτά τα μάτια που ήταν η αιτία, να γραφτεί αυτή η θλιβερή ιστορία.

Ο ιδιοκτήτης του τσιπουράδικου, ο μπαρμπα Νικόλας, καθόταν αιωνίως μεθυσμένος και μισοκοιμισμένος σε μια γωνιά, με ένα μπουκάλι κρασί και ένα ανέγγιχτο πιάτο με μεζέ μπροστά του. Τυλιγμένος σε μια ομίχλη, χαμογελούσε και κουνούσε καταφατικά το κεφάλι του, είτε του μιλούσες εσύ, είτε του μιλούσαν οι αόρατοι δαίμονες του, που φαίνεται πως δεν τον άφηναν ποτέ μόνο. Που και που μουρμούριζε κι ένα δυο λέξεις που κανείς δεν καταλάβαινε, αλλά έκαναν όλους τους θαμώνες να στρέφουν τα κεφάλια τους κατά τη μεριά του.

Οι θαμώνες του τσιπουράδικου ήταν αγρότες και κτηνοτρόφοι της περιοχής που κατέβαιναν στην κωμόπολη για να κάνουν τις δουλειές τους και πέρναγαν να φάνε ένα πιάτο από τα υπέροχα φαγητά της κυρίας Ερμιόνης και να κατεβάσουν τα τσίπουρα, ή τα κρασιά τους. Κατά κανόνα φεύγαν όλοι πιο μεθυσμένοι κι από τον μπαρμπα Νικόλα. Έμπαιναν τύφλα στα αγροτικά τους και όποιον πάρει ο χάρος! Φυσικά, εκτός από τα νόστιμα φαγητά της κυρίας Ερμιόνης, λαχταρούσαν να γευτούν και τα χυδαία κάλλη της Μαριέτας, αλλά συνήθως βολεύονταν με κάνα δυο παιχνιδιάρικες ματιές της και ένα δυο χαμόγελα, καθώς εκείνη μια χαρά ανταποκρίνονταν, χωρίς αιδώ, στα χυδαία πειράγματα και τα σχόλια τους.

Έπαιζε η Μαριέτα με τους μεθυσμένους αγροίκους. Κουνούσε το πρόστυχο κωλαράκι της, προέβαλε προκλητικά δυο ολόλευκα, ολοστρόγγυλα στήθη και έριχνε ματιές όλο υπονοούμενα στους μεθυσμένους άντρες, που ξέχναγαν με μιας τις γυναίκες και τα παιδιά τους και τη θέση τους στην κοινωνία και άφηναν χωρίς ντροπή τα σάλια τους να τρέχουν, καθώς η φλεβίτσα στο λαιμό τους χοροπηδούσε εκτός ελέγχου, στέλνοντας τρελαμένη το αίμα στον εγκέφαλο τους. Έπαιζε με τους άντρες, για λίγο παραπάνω φιλοδώρημα, η όμορφη Ρουμάνα, αλλά δεν ήξερε πως έπαιζε παιχνίδια με τον χάρο.

Εκείνη τη μέρα έκανε ένα διαολεμένο κρύο. Η ξυλόσομπα στη μέση του καταστήματος έμοιαζε ανήμπορη να τα βγάλει πέρα με την παγωνιά που τρύπωνε από τα παγωμένα τζάμια και τις χαραμάδες της σιδερένιας πόρτας. Οι λιγοστοί θαμώνες έπιναν το ένα τσίπουρο πάνω στο άλλο να ζεστάνουν λιγάκι το κοκαλάκι τους. Στο μεσαίο τραπέζι, παραδίπλα από τον τυλιγμένο στην καθημερινή ομίχλη του μπαρμπα Νικόλα, κάθονταν δυο κτηνοτρόφοι. Πατέρας και γιος. Δυο κτήνη με παχιά, βρόμικα μουστάκια που μύριζαν έντονα προβατίλα και σβουνιά. Έτρωγαν, έπιναν, φωνασκούσαν, έβριζαν και ξαναμμένοι κι οι δυο σαν τράγοι, γλυκοκοίταζαν την πρασινομάτα Ρουμάνα και της έκαναν χυδαία σχόλια και ανήθικες προτάσεις. Εκείνη, ως συνήθως, τους χαμογελούσε και τους ενθάρρυνε, σκεπτόμενη το παχυλό μπουρμπουάρ που σίγουρα θα της άφηναν οι λυσσασμένοι κτηνοτρόφοι.

Το πότε ακριβώς ξέφυγε το πράγμα δεν το παρατήρησα, καθώς είχα κι εγώ πιει τα τσίπουρά μου και είχα από ώρα πάψει να ασχολούμαι με τα καμώματα της Ρουμάνας και τα σάλια των τσοπάνηδων. Το σίγουρο είναι πως, θες το οινόπνευμα, θες η συσσωρευμένη και ανεξέλεγκτη καύλα τους και ο κτηνώδης χαρακτήρας τους, οι δυο κτηνοτρόφοι δεν αρκούνταν πλέον στα βλέμματα, τα χαμόγελα και τα υπονοούμενα και ήθελαν να γευτούν αυτή τη σάρκα που τους προκαλούσε ανενδοίαστα.

Ξάφνου άκουσα τη φωνή της Ρουμάνας και στρέφοντας το κεφάλι μου, είδα να την τραβάει ο γέρος από τα μαλλιά και να οδηγεί το κεφάλι της στο ορθωμένο πέος του που ξεπρόβαλε χυδαίο και άσχημο από το ανοιχτό παντελόνι του, ενώ ο γιος του, όρθιος από πίσω της, την κράταγε από τη μέση και ξεκούμπωνε το παντελόνι του. Την ίδια στιγμή, μια σχεδόν απόκοσμη φωνή που έβγαινε από το στόμα του μπαρμπα Νικόλα γέμισε το χώρο, ενώ σηκωνόταν με ορμή, παραπατώντας και γκρεμίζοντας στο διάβα του το τραπέζι με τις καρέκλες.

- Ρε γαμιόληδες, αφήστε το κορίτσι και σας έφαγα!

Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, και πριν προλάβουμε οι υπόλοιποι να αντιδράσουμε, ο θηριώδης γιος άφησε την κοπέλα, που αυτομάτως έτρεξε και κούρνιασε κλαίγοντας σε μια γωνιά, και άρπαξε τον μπαρμπα Νικόλα από το σβέρκο, τον έκανε να γονατίσει κι ενώ ακούγονταν η ανατριχιαστική κραυγή του πατέρα του «σφάξ’ τον τον πούστη!» έβαλε το σβέρκο του μπαρμπα Νικόλα στο γόνατο, έβγαλε ένα μαχαίρι από τη ζώνη του και του έκοψε με μια κίνηση την καρωτίδα πέρα ως πέρα, σφάζοντας τον σαν πρόβατο!

Καθώς οι υπόλοιποι κινούμασταν ήδη κατά πάνω του (αργά πλέον για να σώσουμε τον έρημο μπαρμπα Νίκο), τον άφησε να πέσει στο πάτωμα, μέσα σε μια λίμνη αίματος και προτάσσοντας το μαχαίρι κατά πάνω μας, οπισθοχώρησε καλύπτοντας τον πατέρα του. Βγήκαν από το μαγαζί και άρχισαν να τρέχουν, ενώ κάποιοι από τους θαμώνες τρέχαν ξοπίσω τους. Εγώ έσκυψα πάνω από τον άμοιρο γέρο και κοιτούσα κοκαλωμένος το αίμα που έβγαινε αφρίζοντας από τον λαιμό του, χωρίς να ξέρω τι να κάνω, ενώ η γυναίκα του ορμούσε αλαφιασμένη κατά πάνω του, ουρλιάζοντας ταυτόχρονα στην ζαρωμένη Μαριέτα:

- Μωρή πουτάνας γέννα το είχα πει εγώ. Με τέτοια μάτια και χωρίς στάλα τσίπα πάνω σου, μια μέρα θα γίνονταν το φονικό!

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2009

Της πόλης τα εννιάμερα

Δεν μου έμεινε καμιά πόλη στον κόσμο να αγαπώ. Κάποτε, που ακόμα ζούσα στη Νέα Υόρκη, με ευκολία ανέφερα την Αθήνα σαν αγαπημένη πόλη. Αργότερα, αναπολούσα το Βερολίνο και τη Νέα Ορλεάνη, ακόμα και το Άμστερνταμ και την ανατολίτικη Αλεξάνδρεια· με μάγεψε κι εμένα η Ρώμη και δεν ξέχασα ποτέ το Παρίσι του Ζαν Πωλ Σαρτρ. Όμως, δεν μου έμεινε πια καμιά πόλη στον κόσμο να αγαπώ.


Όλες φωνασκούν την ανθρώπινη αυταρέσκεια κι αλαζονεία. Είτε επιδεικνύουν την όμορφη, είτε την άσχημη πλευρά της ανθρώπινης παρουσίας, το μόνο που καταφέρνουν είναι να αποσπούν τον άνθρωπο από τη φύση του και να τον εντάσσουν σε ένα ανθρώπινο θερμοκήπιο που μοιάζει περισσότερο με εργαστήριο αναπαραγωγής συμπεριφορών και χαρακτήρων.


Οι πόλεις φτιάχτηκαν με αποκλειστικό σκοπό να αναπαράγουν ανθρώπους και να τους φυλακίζουν για πάντα στον μικρόκοσμο τους. Δεν είναι τίποτα περισσότερο από πολυτελείς, ή άθλιες (ανάλογα την πόλη) φυλακές. Τι να αγαπήσεις από μια φυλακή; Τους όμορφους τοίχους ή τα περίτεχνα παράθυρα που σου κλείνουν τον ορίζοντα; Η μήπως τις πόρτες που οδηγούν στην απομόνωση; Μήπως τους δρόμους που τη διασχίζουν σαν αρτηρίες που σπανίως, οδηγούν εκτός;



Οι πόλεις φτιάχτηκαν με μοναδικό σκοπό να αναπαράγουν ανθρώπους-μοντέλα. Γι αυτό τους κρύβουν τον κόσμο. Όχι μόνο από τα μάτια, αλλά και από την ακοή και την αφή και τη γεύση και την όσφρηση. Με ψηλά κτίρια, διαρκή και ασίγαστο θόρυβο, μεταλλαγμένα προϊόντα και αρώματα. Ότι θυμίζει φύση είναι απαγορευμένο. Όχι διά νόμου, αλλά διά της πειθούς και της συνήθειας. Ακόμα και ο ίδιος ο άνθρωπος στην φυσική του κατάσταση είναι απαγορευμένος: καθένας που ξεχωρίζει λόγω εμφάνισης (π.χ. πάχος), συμπεριφοράς, συνηθειών, εθισμών, ή ακόμα και μυρωδιάς είναι ένας αποδιοπομπαίος του εργαστηρίου. Κανένας δεν δικαιούται να απομακρύνεται από το μοντέλο άνθρωπος που παράγουν οι επικεφαλείς του εργαστηρίου.


Αν απομακρυνθείς λιγάκι από την πόλη, βλέπεις ξεκάθαρα το μοντέλο της φύσης που αναπαράγει με επιστημονική ακρίβεια το εργαστήριο. Δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια μυρμηγκοφωλιά. Με μυρμήγκια-εργάτες που πάνε κι έρχονται καθημερινά, εκτελώντας με περισσή ακρίβεια και περισυλλογή τις ίδιες ανούσιες και χωρίς νόημα και περιεχόμενο κινήσεις – με τόση περισπούδαστη σοβαρότητα που νομίζεις πως αν μια μέρα σταματήσουν αυτό το παρανοϊκό σούρτα – φέρτα, θα παγώσει οριστικά και θα καταρρεύσει ο κόσμος.



Όχι, δεν αγαπώ τις πόλεις. Ούτε και τους ανθρώπους τους. Αγαπώ τα αργοκίνητα, ροζιασμένα χέρια, τα ράθυμα βλέμματα και το πονηρό χαμόγελο του χωριάτη. Που τον κοιτάς και βλέπεις πάνω του τα δέντρα, το χώμα, τα ποτάμια, τη σκληρή αλμύρα της θάλασσας να χαρακώνουν σαν γη το πρόσωπο του, το τόσο σκληρό χωρίς τις κρέμες περιποίησης του εργαστηρίου. Αγαπώ την άγνοιά του, που του επιτρέπει να είναι φυσικός κι ανεπιτήδευτος, μακριά από τα γνωστικά εμφυτεύματα του εργαστηρίου. Αγαπώ την άγρια μυρωδιά της γης και των ζώων που έχει σφηνωθεί στο πετσί του και μπλέκεται με το σκληρό άρωμα του μοσχοσάπουνου. Αγαπώ τα μικρά, χειροποίητα σπίτια του, που δεν κουβαλάνε πάνω τους τις εμμονές των μηχανικών και των αρχιτεκτόνων και αγκαλιάζουν με ταπεινότητα τον κόσμο που τους περιβάλει.


Αγαπώ τον κόσμο που αν και ανθρώπινος, έχει ακόμα κάτι από το σύμπαν στα μύχια της ύπαρξής του. Αγαπώ ότι μου θυμίζει πως ο άνθρωπος είναι το ελάχιστο, που διεκδικεί για πάρτη του το όλον.