Μέρος Πρώτο
Δεν ξέρω αν η ιστορία που θα σας διηγηθώ είναι αληθινή, ή δημιούργημα μιας, έτσι κι αλλιώς, εξακριβωμένα γόνιμης φαντασίας. Ο άνθρωπος, ή μάλλον η πολυαγαπημένη αυτή γυναίκα που μου τη διηγήθηκε, μου ορκίστηκε πως έτσι ακριβώς όπως θα σας τα διηγηθώ έγιναν τα πράγματα. Κι εγώ ποτέ μέχρι σήμερα δεν διανοήθηκα να αμφισβητήσω τους όρκους της γιαγιάς μου, που με τις ιστορίες της γέμισε όλη την παιδική μου ηλικία με λέξεις, ήχους και εικόνες, που αδιαλείπτως με συντροφεύουν σε όλη μου τη ζωή. Θα έβαζα το χέρι μου στη φωτιά για την αλήθεια των λόγων της αγαπημένης μου γιαγιάς, μα όσο μεγαλώνω, τόσο ετούτη η ιστορία με προκαλεί, βγάζοντας τη γλώσσα της σε όλα τα πιστεύω και τις πεποιθήσεις μου, στην λογική και την ορθολογική δομή του εγκεφάλου μου. Νομίζω πως μόνο όταν τη διηγηθώ και την μοιραστώ μαζί σας, μπορεί αυτή η αμφιβολία, για την αλήθεια ή μη των όρκων της γιαγιάς μου, να πάψει πια να με στοιχειώνει.
Σε μια μικρή, παραθαλάσσια πόλη της Μικράς Ασίας, στην δύση του δέκατου ένατου αιώνα, η δεκατριάχρονη Αυγερινή, θυγατέρα της Ιωσηφίνας και του Αντωνίου Γέρου, κτηματία και διακεκριμένου επιστήμονα της εποχής, ξύπνησε σημαδεμένη με ένα άστρο στο μέτωπο, που έμελλε να χωρίσει τους κατοίκους της περιοχής στα δυο: σε εκείνους που την καλωσόρισαν σαν ευλογημένη και σ’ εκείνους που την κατηγόρησαν για δαιμονισμένη. Για πολύ καιρό, και παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες της οικογένειας της να δώσει ένα τέλος σε αυτό το παραλήρημα που είχε καταλάβει τους κατοίκους της περιοχής, έξω από το σπίτι της, κατασκήνωναν πλήθη απεγνωσμένων ανθρώπων, Ελλήνων, Τούρκων, Αρμενίων, Εβραίων και άλλων, από όλες τις εθνικότητες που ζούσαν ειρηνικά στην περιοχή, πολύ πριν τα θλιβερά γεγονότα, που χώρισαν ανθρώπους, ξερίζωσαν οικογένειες και γέννησαν εκείνη τη σπαραξικάρδια έννοια της χαμένης πατρίδας, λάβουν χώρα στον ευλογημένο εκείνο τόπο, που έμελε να γίνει τόπος αβάσταχτης νοσταλγίας και ξεριζωμού για τους κατοίκους του. Και μαζί με τις στρατιές των απελπισμένων, που κατασκήνωναν με την ελπίδα ενός θαύματος, μαζεύονταν και οι στρατιές των εξαγριωμένων, που ζητούσαν να εκδιωχθεί ο δαίμονας από την περιοχή, για να βρει ξανά ο τόπος , την γαλήνη και την ευημερία του. Όπως ήδη αναφέραμε, ο κόσμος είχε χωριστεί στα δυο.
Πηγή και των δύο, εκ διαμέτρου αντίθετων αντιδράσεων, ήταν κάποια γεγονότα που συνέβησαν ταυτόχρονα, εκείνη τη νύχτα, πριν εμφανιστεί το άστρο στο ολόλευκο μέτωπο της άμοιρης Αυγερινής, ακριβώς πάνω από το τα καταγάλανα μάτια της, πλαισιωμένο από το λαμπερό φωτοστέφανο των κατάξανθων μαλλιών της, και επαναλήφθηκαν σχεδόν πανομοιότυπα, την επόμενη μέρα της εμφάνισης του.
Στις τρεις τα ξημερώματα εκείνης της πρώτης νύχτας, τέσσερις διαδοχικές κραυγές έσκισαν την πηχτή ησυχία της παραθαλάσσιας πόλης, κάνοντας τα νυχτοπούλια να φτερουγίσουν ξαφνιασμένα και τα παράθυρα των σπιτιών να ανοίξουν, για να φανούν τα αγουροξυπνημένα κι απορημένα πρόσωπα των κατοίκων που προσπαθούσαν μάταια να καταλάβουν από που έρχονταν αυτές οι κραυγές και τι τις προκάλεσε, ενώ σιγά-σιγά φάνηκαν και οι πρώτες φιγούρες στους κατασκότεινους δρόμους και στις προσόψεις των σπιτιών, που φωτίζονταν τώρα αμυδρά από τις λάμπες και τα κεριά που κρατούσαν όσοι έβγαιναν από το σπίτι, αναζητώντας την πηγή αυτών των τεσσάρων ανατριχιαστικών κραυγών που έσκισαν τόσο βάναυσα το βαθύ πέπλο της νυχτερινής ησυχίας της πόλης.
Πριν καλά-καλά χαράξει, όλη η πόλη βρίσκονταν στους δρόμους και συζητούσε έκπληκτη και σχεδόν αλαφιασμένη τα εξής γεγονότα: Στις τρεις ακριβώς της προηγούμενης νύχτας, η νεαρή κόρη της οικογένειας Μιχαλάκη, που είχε χάσει ξαφνικά το φως της και ήταν εντελώς τυφλή τα τελευταία τέσσερα χρόνια, ( μια περίπτωση που είχε συζητηθεί εκτενώς εκείνη την εποχή και κάποιοι είπαν μάλιστα πως τυφλώθηκε από τον έρωτά της για τον γιο του Τούρκου έμπορου εδώδιμων προϊόντων της περιοχής, που ξεσήκωσε θύελλα στο σπίτι της και τυφώνα στα σπίτια όλου του ελληνισμού της περιοχής – κάποιοι άλλοι μάλιστα, δεν δίστασαν καθόλου να πουν πως η αρρώστια που της στέρησε την όραση ήταν η τιμωρία της από τον Θεό που εξοργίστηκε από τον έρωτά της για έναν αλλόθρησκο), η όμορφη Ιωάννα Μιχαλάκη λοιπόν, εμφανίστηκε εκείνη τη νύχτα σαν φάντασμα πάνω από το προσκεφάλι της μάνας της και την σκούντησε λέγοντας της με τρεμάμενη φωνή, «μάνα, ξύπνα βλέπω!», κάνοντας την έρημη Στυλιανή Μιχαλάκη, που είχε χάσει πια την πίστη της στον Θεό και την ελπίδα πως θα μπορούσε κάποτε η κόρη της να ξαναβρεί το φως της, να τιναχτεί ουρλιάζοντας από το κρεβάτι της και να αρχίσει να σταυροκοπιέται και να προσεύχεται αλλοπαρμένη στο εικόνισμα της Παναγίας, γιατί εκείνη ακριβώς τη στιγμή είχε εμφανιστεί στον ύπνο της, ξανθομαλλούσα και γαλανομάτα η Παναγία, με ένα άστρο που έλαμπε στο μέτωπο της, πάνω από τα καταγάλανα μάτια της και πλαισιωμένο από το κατάξανθο φωτοστέφανο των μαλλιών της, είχε σταθεί δίπλα της και της είχε πει αυτή ακριβώς την κουβέντα: «Πήγαινε στην κόρη σου και πες της να κοιτάξει - και θα δει»!
Την ίδια ακριβώς ώρα – την ίδια στιγμή θα έλεγε κανείς! - στο σπίτι του Γεωργίου Αρχοντή, διακεκριμένου δικολάβου και γόνου μιας από τις παλαιότερες, πλουσιότερες και πλέον εξέχουσες οικογένειες της περιοχής, η γυναίκα του τινάζονταν ουρλιάζοντας από τον ύπνο της, σκιαγμένη από ένα κακό όνειρο που για κακή της τύχη μετατράπηκε σε εφιάλτη, ευθύς μόλις ξύπνησε: καθώς περπατούσε λέει δίπλα από τη θάλασσα, ένα κύμα έσκασε στην προκυμαία και την έβρεξε, ρίχνοντας πάνω της κάτι μικρά, γλοιώδη ζωύφια σαν βδέλλες, που αμέσως κόλλησαν σε όλο της το κορμί και άρχισαν να της πίνουν το αίμα, ενώ μπροστά της εμφανίστηκε ο εξαποδώ, με μορφή μικρού κοριτσιού, με το άστρο του Δαβίδ στο κατάλευκο μέτωπο του, πάνω ακριβώς από τα καταγάλανα μάτια του, πλαισιωμένο από τις φλόγες που έβγαιναν από τις μπούκλες των κατάξανθων μαλλιών του, και της είπε αυτή ακριβώς την κουβέντα: «Το κορμί σου θα φαγωθεί από όλους τους δαίμονες που καταράστηκες!». Ο καημένος ο σύζυγος της, που τινάχτηκε από τον βαθύ, ήρεμο ύπνο του τρομαγμένος από το φρικιαστικό ουρλιαχτό της συζύγου του, την είδε έντρομος να τρέμει όρθια, με σηκωμένο το νυχτικό της, μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη της κρεβατοκάμαρας τους, τυλιγμένη στο χλωμό φως του κεριού, το κορμί της γεμάτο από ανοιχτές πληγές που εκκρίναν ένα άσχημο, κίτρινο υγρό, πηχτό σαν γιαούρτι – σαν χαλασμένο, κίτρινο γιαούρτι.
Στο σπίτι του θεοσεβούμενου ράφτη και επιτρόπου του μεγάλου και επιβλητικού ιερού ναού του Αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστή, Ίωνα Ζέρβα, τα πράγματα ήταν ακόμα χειρότερα, καθώς η όμορφη και κατά πολύ νεότερη, σύζυγος του Γεωργία, το γένος Κάραλη, ξύπνησε ουρλιάζοντας από ένα άσχημο όνειρο και ένα σφάχτη στο πίσω μέρος του κορμιού της, για να ανακαλύψει πως είχε βγάλει ένα άσχημο σπυρί στον πρωκτό της, τόσο μεγάλο, σαν να φύτρωσε ένα τρίτο κωλομέρι στον πισινό της, ενώ ακόμα προσπαθούσε να βγάλει από το μυαλό της αυτό το όνειρο με τον κατάξανθο εξαποδώ, με τα καταγάλανα μάτια και το αστέρι του σατανά στο κατάλευκο μέτωπο του, πλαισιωμένο από τις φλόγες που έβγαιναν από τις μπούκλες των κατάξανθων μαλλιών του, να της λέει αυτή ακριβώς την κουβέντα: «Από πίσω σου θα μπει ο θάνατος!» Λίγες μέρες αργότερα, ο καημένος ο ράφτης κήδευε την όμορφη και πολυαγαπημένη του γυναίκα, μέσα σε χαμηλόφωνους ψιθύρους και πικρόχολα σχόλια, που συνδέαν αναίσχυντα τον τρόπο που πέθανε η άμοιρη, νεαρή και όμορφη γυναίκα, με τις ερωτικές της προτιμήσεις, γνωστές άλλωστε, σε όλους τους ωραίους, νέους ερωτιδείς, της παραθαλάσσιας πόλης.
Κι ενώ ο απεσταλμένος του εξαποδώ έκανε την εμφάνιση του στα όνειρα των γυναικών των οικογενειών Αρχοντή και Ζέρβα, κι η Παναγία στον ύπνο της Στυλιανής Μιχαλάκη, ο άγγελος εμφανίστηκε στο όνειρο του φτωχού Αρμένη ιερέα Ισίδωρου Κανιτζιάν, με το άστρο της Βηθλεέμ στο μέτωπο του, πάνω από τα καταγάλανα μάτια του και πλαισιωμένο από το φωτοστέφανο των κατάξανθων μαλλιών του και του είπε γλυκά στο αυτί, αυτήν ακριβώς την κουβέντα: «Ξύπνα, ξύπνα Ισίδωρε, ο Θεός σε συγχώρησε!» Αλαφιασμένος ο ιερέας ξύπνησε τη γυναίκα του και τρέξανε στο δωμάτιο του παραπληγικού, εικοσάχρονου γιου τους, για να τον αντικρίσουν εμβρόντητοι μπροστά στο εικόνισμα του Αγίου Στεφάνου να προσεύχεται μέσα σε ένα ποτάμι από δάκρυα ευτυχίας που κυλούσε ήρεμο πλάι του. Μπροστά σε αυτή την εικόνα, η καημένη η παπαδιά έβγαλε μια κραυγή, που βγήκε βίαια από το παράθυρο κι έσμιξε με τις άλλες τρεις κραυγές, σκίζοντας στα τέσσερα τη νύχτα, και λιποθύμησε, ενώ ο ιερέας ορμούσε στην αγκαλιά του μοναχογιού του δακρύζοντας, ευχαριστώντας και ευλογώντας τον Κύριο.
Ενώ λοιπόν η μικρή παραθαλάσσια πόλη διάνυε μέσα από τους ψιθύρους, τους αναστεναγμούς και την έκπληξη αυτή την περίεργη από κάθε άποψη μέρα, σχολιάζοντας τα πρωτάκουστα γεγονότα της νύχτας, μια καινούρια, πρωτάκουστη είδηση έκανε δειλά την εμφάνιση της στους δρόμους, τα καφενεία, τους τεκέδες, τα καλντερίμια, τα σαλόνια, τις αυλές, τα καταστήματα και τις μικρές πλατείες της· μια είδηση που ξεκίνησε σαν απαλό αεράκι που σηκώθηκε στους δρόμους της, ανεμίζοντας απαλά τα απλωμένα σεντόνια και τις φούστες των ανέμελων κοριτσιών και γρήγορα έγινε τυφώνας που σάρωσε όλη την πόλη: Η θυγατέρα της Ιωσηφίνας και του Αντωνίου Γέρου, η πανέμορφη δεκατριάχρονη Αυγερινή, με τα θαυματουργά δάκτυλα που άγγιζαν τα πλήκτρα του πιάνου και ξύπναγαν όλους τους παλιούς θεούς και δαίμονες, που χόρευαν εκστασιασμένοι πάνω στις αρμονικές και πολύχρωμες από τα έντονα συναισθήματα νότες της, είχε ξυπνήσει λέει σημαδεμένη, με ένα άστρο στο κατάλευκο μέτωπο της, πάνω από τα καταγάλανα μάτια της, πλαισιωμένο από το φωτοστέφανο των κατάξανθων μαλλιών της!
Εκείνο το βράδυ, ευχάριστα αναστατωμένοι και σχεδόν χαρούμενοι από τα γεγονότα, που έδιωξαν σαν σύννεφο την πλήξη από την πόλη τους, οι άνθρωποι άργησαν να σβήσουν τα κεριά και τις λάμπες τους, να κλείσουν τις πόρτες και τα παράθυρα και να παραδοθούν εξουθενωμένοι από την ένταση των εκπλήξεων και των συναισθημάτων τους, χαμογελώντας και ευλογώντας τον Κύριο, στον μακάριο ύπνο τους. Έναν ύπνο που δεν έμελε να κρατήσει πολύ, αφού διακόπηκε και πάλι βάναυσα από τέσσερις κραυγές που έσκισαν άλλη μια φορά το πέπλο της νύχτας και τους έβγαλαν και πάλι στις πόρτες, τα παράθυρα και τους δρόμους, πιο αναστατωμένους, πιο τρομαγμένους, πιο άφωνους από την πρώτη φορά. Κι εκείνη τη νύχτα, η ιστορία επαναλήφθηκε άλλες τέσσερις φορές, και το Καλό και το Κακό, πότε μεταμφιεσμένα σε άγγελο και πότε σε δαίμονα, σημαδεμένα και τα δυο από το ίδιο άστρο στο μέτωπο, χτύπησαν άλλα δύο ελληνικά και δυο εβραϊκά σπίτια.
Αυτή τη φορά όμως, η έκπληξη και η χαρμόσυνη αναστάτωση της πρώτης νύχτας, έδωσαν τη θέση τους στον Φόβο: στον ευσεβή φόβο του Καλού και στον απεχθή και τρομακτικό φόβο του Κακού. Και ο κόσμος χωρίστηκε βίαια, σε δυο αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Σε εκείνους που έβλεπαν πίσω από τα γεγονότα τον Θεό και τα θαύματα του και σ’ εκείνους που έβλεπαν τον Σατανά και τα ανοσιουργήματα του. Και τα δυο στρατόπεδα ήταν εξίσου τρομαγμένα από την εμφάνιση τόσο του Θείου, όσο και του Απεχθούς. Και ο φόβος τους έγινε κύμα και τους έπνιγε· και τότε στράφηκαν, αναζητώντας μια σανίδα σωτηρίας και ένα πρόσωπο να κατευθύνουν την οργή ή την ευλάβεια που τους προκαλούσε ο Φόβος, στην μικρή Αυγερινή· άλλοι γονατίζοντας ευλαβικά μπροστά στο σημάδι του Θεού, κι άλλοι αποστρέφοντας το πρόσωπο τους και λοιδορώντας τον δαίμονα.
Σημείωση: Το Δεύτερο και τελευταίο μέρος θα δημοσιευτεί τις επόμενες μέρες